Τα πάντα ρει
Του Ουράνιου Ιωαννίδη
Πρώην Υπουργού Παιδείας & Πολιτισμού
Λέχθηκε κατά κόρον από πολλούς ότι το χρονίζον κυπριακό πρόβλημα δεν μπορεί να λυθεί με δικαστικές αποφάσεις γιατί δεν είναι νομικό αλλά αμιγώς πολιτικό και συνεπώς η λύση θα προκύψει με πολιτικές αποφάσεις.
Με τούτη τη λογική αφέθηκαν στη τύχη τους δικαστικές αποφάσεις που ήσαν και είναι καθοριστικές παράμετροι της λύσης. Αφέθηκαν αναξιοποίητες, περιθωριοποιήθηκαν και ξεχάστηκαν.
Αφήσαμε την τέταρτη διακρατική, την υπόθεση Λοϊζίδου και τώρα φαίνεται ότι την ίδια τύχη θα αφήσουμε να έχει και η υπόθεση Όραμς.
Όμως οι δικαστικές αποφάσεις καθορίζουν το πλαίσιο λύσης είτε αρέσει είτε δεν αρέσει. Γιατί ο πολιτικός πολιτισμός εδράζεται στο νομικό πολιτισμό, στο διεθνές δίκαιο, το κεκτημένο, τα ανθρώπινα δικαιώματα και τις θεμελιώδεις ελευθερίες.
Τούτος ο νομικός πολιτισμός ορίζει με μονοσήμαντες αποφάσεις τι είναι αυτονόητο και συνεπώς αδιαπραγμάτευτο και τι απομένει να είναι διαπραγματεύσιμο.
Οι αρχές και οι αξίες πάνω στις οποίες οικοδομήθηκε η Ε.Ε. όρισαν, ορίζουν και θα ορίζουν στο διηνεκές τι είναι κεκτημένο. Εμείς πιεζόμαστε να συμφωνήσουμε για παρεκκλίσεις από το κεκτημένο. Και δυστυχώς το συζητούμε.
Η αναγνώριση η διεθνής, η κυριαρχία, η διεθνής προσωπικότητα της Κυπριακής Δημοκρατίας, που στα 50 χρόνια διάρκειας και ζωής της κατέστη ιστορική πραγματικότητα, ενοχλεί τον εισβολέα κατακτητή και γι’ αυτό πιεζόμαστε να συναινέσουμε στην κατάλυση της. Και δυστυχώς εμείς το συζητούμε παρά πάσαν νομική και συνταγματική επιταγή παρά τη ρητή αντίθετη διαβεβαίωση που οι εκάστοτε πολιτειακοί αξιωματούχοι δίνουν επί τη αναλήψει των καθηκόντων τους. Συζητούμε ακόμα την καταπάτηση ψηφισμάτων και αποφάσεων του ΟΗΕ θεωρώντας ότι τούτα είναι νομικά έγγραφα ενώ το κυπριακό πρόβλημα θα λυθεί πολιτικά.
Την ίδια ώρα θεωρούμε ότι οι όποιες πολιτικές συμφωνίες έγιναν, παρερμηνεύοντας τις κατά το δοκούν, πλην βέβαια εκείνης της 8ης Ιουλίου, είναι θέσφατα και ευαγγέλια από τα οποία δεν μπορούμε να διαφοροποιηθούμε γιατί είναι δήθεν δεσμευτικά πολιτικά έγγραφα.
Με τούτη τη λογική και μη αντιλαμβανόμενοι ότι τα «πάντα ρει» και ότι κάθε στιγμή πρέπει να αξιοποιούμε την κάθε νέα κατάσταση συμμετέχουμε σε διαλόγους που αξιοποιούμενοι από την Τουρκία διαιωνίζουν το status quo της κατοχής.
Είναι καιρός να αξιοποιήσουμε και το νομικό πολιτισμό που θεμελιώνει ούτως ή άλλως τον πολιτικό πολιτισμό. Εκτός κι αν πιστεύουμε, όσοι πιστεύουν, ότι υπάρχει πολιτισμός χωρίς νόμους.
Φορτικά εδώ και πολλά χρόνια προσπαθώ να εξηγήσω και να πείσω ότι το Κυπριακό πρόβλημα δεν πρόκειται να λυθεί με πτώση είτε δική μας, είτε της Τουρκίας αλλά θα λυθεί όταν η Κυπριακή Δημοκρατία ή η Τουρκία καταφέρει να αξιοποιήσει το χρόνο προς όφελος της κερδίζοντας σημεία και οδηγώντας τα πράγματα προς τα διεθνώς αυτονόητα και απομακρύνοντας τα από τα διεθνώς αδιανόητα.
Στην τριανταεξάχρονη πορεία αυτού του αγώνα ή έστω προσπάθειας σημεία κερδίσαμε και εμείς σημεία κέρδισε και η Τουρκία. Η διαφορά, η ειδοποιός διαφορά, βρίσκεται στο ότι η Τουρκία κάθε σημείο που κέρδισε το αξιοποίησε στο ακέραιο ενώ εμείς το αξιοποιήσαμε στο ελάχιστο αν όχι καθόλου.
Τούτος είναι και ο βασικός λόγος για τον οποίο το πρόβλημα χρονίζει. Και χρονίζει γιατί ο θύτης, (η Τουρκία) αξιοποιώντας τα όποια σημεία κερδίζει επιτυγχάνει εν πολλοίς να εξουδετερώνει τα αυτονόητα και να θεμελιώνει τα αδιανόητα, ενώ το θύμα (η Κυπριακή Δημοκρατία) απέτυχε και αποτυγχάνει να αξιοποιήσει τα ουκ ολίγα και καίρια σημεία που κέρδισε και κερδίζει και έτσι δεν θεμελιώνει τα αυτονόητα, ούτε και εξουδετερώσει τα αδιανόητα.
Μπορεί υπαιτιότητι μας να χάθηκαν καθοριστικά ορόσημα, μπορεί να ξεγελαστήκαμε εμπιστευόμενοι την καλή θέληση των Τούρκων, μπορεί να μας παρέσυραν σε ατέρμονους διαλόγους και αναποτελεσματικές στρατηγικές αυτόκλητοι όψιμοι δήθεν φίλοι αλλά ο αγώνας ή η προσπάθεια για λύση που θα διασφαλίζει τη φυσική και την εθνική μας επιβίωση στη γενέθλια γη μας δεν έφτασε σε οριστικό αδιέξοδο.
Αντίθετα η υπόθεση Όραμς δίνει μια νέα διέξοδο που έχουμε υποχρέωση να αξιοποιήσουμε έστω και τώρα έστω και αν οι πολιτικοί ή καλύτερα οι πολιτικάντηδες μπορεί να νομίζουν ότι μπορούν να τετραγωνίσουν τον κύκλο, να υιοθετήσουν τα αδιανόητα ως αυτονόητα και να υλοποιήσουν τους σχεδιασμούς τους. Όμως όλα τούτα μπορούν να τα επιτύχουν μόνον ημών συναινούντων. Και αγνοώντας τον σύγχρονο νομικό και πολιτικό πολιτισμό που καθορίζει, όχι με ψεύτικα λόγια, αλλά με τεκμηριωμένες δικαστικές αποφάσεις τα διαπραγματεύσιμα και τα αδιαπραγμάτευτα. Που κάποια στιγμή πρέπει να τα ξεχωρίσουμε κι εμείς. Γιατί για τους άλλους είναι ξεκάθαρα, έστω κι αν κάνουν ότι δεν τα καταλαβαίνουν.
Με την εξωτερική πολιτική των ΗΠΑ να έχει αποτύχει παντού και να έχει ανοικτά μέτωπα σε πολλές περιοχές της γης, από τα Βαλκάνια και το Αιγαίο, τη Μέση Ανατολή και το Ιράκ/Ιράν μέχρι το Αφγανιστάν και την Καυκάσια περιοχή νιώθουν οι Αμερικανοί ότι μόνο αν ενδυναμώσουν ένα χωροφύλακα στην περιοχή μπορούν να απαλλαγούν από τα προβλήματα.
Και ο χωροφύλακας που προετοιμάζουν είναι ένας και μόνος και λόγω θέσης και λόγω μεγέθους αλλά πρώτιστα γιατί και ο ίδιος βλέπει το ρόλο να είναι κομμένος και ραμμένος στα μέτρα του γιατί ως χωροφύλακας της περιοχής θα αναβαθμιστεί (η Τουρκία) ως η μόνη περιφερειακή δύναμη.
Σε τούτο το πλαίσιο και με αυτό το σκεπτικό δομήθηκε και προωθείται η πολιτική Νταβούτογλου, που πρέπει να γίνει παραδεκτό, με μεγάλη επιτυχία.
Πέτυχαν τα δυο τελευταία χρόνια οι Τούρκοι με αυτή την πολιτική και με αξιοποίηση των προβλημάτων της εξωτερικής πολιτικής των ΗΠΑ όσα ούτε οι ίδιοι οι αρχιτέκτονες της πολιτικής αυτής οραματίστηκαν.
Έγινε η Τουρκία μέρος του Συμβουλίου Ασφαλείας του ΟΗΕ, πέρασε αβρόχοις ποσί από την αξιολόγηση της Ε.Ε., εξασφάλισε την εκλογή Τούρκου στην προεδρία της κοινοβουλευτικής συνέλευσης του Συμβουλίου της Ευρώπης, έμεινε στο απυρόβλητο για τις παρενοχλήσεις στο Αιγαίο και τη Θράκη, ούτε καν κλήθηκε να απολογηθεί για τις παρενοχλήσεις στην αποκλειστική οικονομική ζώνη της Κυπριακής Δημοκρατίας, πήρε ένα διάλογο στα μέτρα της στο Κυπριακό και ενθυλάκωσε αδιανόητες μέχρι χθες προσφορές και το άκρον άωτον πέτυχε να φέρει στην Κύπρο τον Γ.Γρ. του ΟΗΕ κ. Μπαν Κι Μουν ως να είναι η επικυρίαρχη στην Κυπριακή Δημοκρατία. Εκτός και αν υπάρχει κανένας που να πιστεύει ότι η άφιξη του κ. Μπαν Κι Μουν έγινε με πρόσκληση του Προέδρου της Κυπριακής Δημοκρατίας ή ότι έστω ήταν επιθυμία του Προέδρου να έλθει στην κυρίαρχη Κυπριακή Δημοκρατία.
Και τίποτε άλλο να μην επιτύχουν όπως και δεν πέτυχε ο κ. Μπαν Κι Μουν και μόνο η άφιξη του έδωσε το ξεκάθαρο μήνυμα ότι βλέπει ως δεδομένα τα δυο κράτη ή τις δυο πολιτείες και ότι θεωρεί και αντιμετωπίζει ως ίσους τους κ. Χριστόφια και Ταλάτ και όχι ως είναι, ο ένας Πρόεδρος κράτους διεθνώς αναγνωρισμένου και κυριάρχου και νόμιμα εκλελεγμένος και ο άλλος ως ηγέτης κοινότητας στην καλύτερη περίπτωση και στην πραγματικότητα ως εγκατεστημένος υποτελής εκπρόσωπος της κατοχικής δύναμης.
Όμως τούτη την κατάσταση ήδη αμφισβητεί το Ισραήλ με το ισχυρό και μεγάλο εκτόπισμα που έχει στα κέντρα αποφάσεων των ΗΠΑ, μια παράμετρος που δεν μπορεί να παραγνωριστεί από κανένα και μια παράμετρος που προσφέρεται εν μέσω αρνητικών για μας εξελίξεων για αξιοποίηση και από εμάς.
Τούτων δοσμένων πρέπει να γίνεται κατανοητό από όλους ότι όπου και να στοχεύει κι ότι κι αν θέλει να υπηρετήσει η επίσκεψη του κ. Μπαν Κι Μουν δεν πρέπει να μείνει αναξιοποίητη από τη δική μας πλευρά.
Στην περίπτωση μας ούτε η αποσιώπηση πραγμάτων ούτε και η ανοχή είναι θετική για μας. Εκείνο που πρέπει έντονα να ακούσει ο κ. Μπαν Κι Μουν είναι την αλήθεια και όχι παραμύθια. Να ακούσει ότι ανεξάρτητα από τις όποιες ανάγκες και σχεδιασμούς των μεγάλων στην Κύπρο δεν μπορεί να επιβληθεί λύση, όπως το ίδιο ισχύει και σε όλη την περιοχή. Ούτε εκβιασμοί, ούτε απειλές περνούν σε τούτο το νησί. Πολύ περισσότερο δεν περνούν τα ψεύτικα τα λόγια τα μεγάλα. Εκείνο που περνά είναι μόνο η λύση που εγγυάται τη φυσική και εθνική επιβίωση μας στο διηνεκές, στην πατρίδα μας. Δηλαδή ότι χωρίς τερματισμό της κατοχής και αποκατάσταση των ανθρωπίνων δικαιωμάτων τούτος ο λαός δεν θα συναινέσει σε λύση. Όσο κι αν απειληθεί, όσο κι αν εκβιαστεί, όσο κι αν προσπαθήσουν να τον ξεγελάσουν. Πάθαμε και μάθαμε. Και μπορούμε να κρίνουμε.
Η άφιξη του κ. Μπαν Κι Μουν στην Κύπρο με τον τρόπο που μεθοδεύτηκε με ώθηση Ερτογάν, δεν ήταν και ότι καλύτερο για μας τούτη την ώρα. Φεύγοντας μας είπε το τετριμμένο ότι στηρίζει τη διαδικασία του διαλόγου και εκθείασε το θάρρος και τη δέσμευση Χριστόφια-Ταλάτ για την προσπάθεια τους να φτάσουν σε συμβιβασμό και λύση.
Επανέλαβε δηλαδή αυτό που μας είπε όποτε χρειάστηκε να μιλήσει για το θέμα. Δεν είναι όμως την ίδια βαρύτητα που έχει αυτή η δήλωση του. Γιατί τώρα υποτίθεται ότι είχε προσωπική γνώση και ότι άγγιξε επί τον τύπον των ήλων και γι’ αυτό έκανε ή επανέλαβε τη δήλωση.
Να έλεγε το αντίθετο, δηλαδή ότι δεν βλέπει πρόοδο, συγκλήσεις ή θάρρος για λύση και συμβιβασμό ήταν αδύνατον. Και ήταν αδύνατον γιατί δεν εξυπηρετούνταν οι σκοποί για τους οποίους ήλθε. Δηλαδή δεν θα εβοηθείτο ο Ταλάτ για να επανεκλεγεί, δεν θα έμενε στο απυρόβλητο η Τουρκία και θα αυτοδιαψευδόταν ο ίδιος για τις μέχρι τώρα εκτιμήσεις του.
Συνεπώς έγινε αυτό που φοβόμαστε. Προχώρησε πάρα κάτω και μίλησε για σημαντική πρόοδο και συγκλίσεις που επιδίωξε και πέτυχε κατοχυρώσει όχι βέβαια με υπογραφή μνημονίου (ενδιάμεσης συμφωνίας) αλλά με κοινό ανακοινωθέν που οριστικοποιεί ως αναπόσπαστο μέρος της οποιασδήποτε συμφωνίας στο μέλλον τις όσες προσφορές και εκπτώσεις έχουν γίνει από την πλευρά μας για να μη διακοπεί ο διάλογος, να μη χαλάσει το κλίμα, να βοηθηθεί ο Ταλάτ.
Εκείνο λοιπόν που προέχει έστω και εκ των υστέρων είναι να αποκρουσθεί κάθε τέτοιο ενδεχόμενο και να πάρει τα σωστά μηνύματα. Και τούτο είναι στο χέρι μας. Να του διαμηνυθεί ότι οι προσφορές και οι υποχωρήσεις μας αντί ανάλογη συμπεριφορά να εισπράττουν από την Τουρκία, εισπράττουν πιο αδιάλλακτες από ποτέ θέσεις. Να του διαμηνυθεί ότι όρους υποταγής δεν υπάρχει περίπτωση να αποδεχτούμε. Να του διαμηνυθεί ότι πολίτες δεύτερης κατηγορίας δεν γινόμαστε και μάλιστα με την υπογραφή μας.
Να του διαμηνυθεί ότι ο ρόλος του και η υποχρέωση του είναι να τιμήσει τα ψηφίσματα και τις αποφάσεις του ΟΗΕ, είτε αρέσει είτε δεν αρέσει στην Τουρκία. Να διαμηνυθεί εμφαντικά στον Γ.Γρ. ότι λύση θα υπάρξει μόνον με τον τερματισμό της κατοχής και την αποκατάσταση των ανθρωπίνων δικαιωμάτων και των θεμελιωδών ελευθεριών.
Και τέλος να του διαμηνυθεί ότι η δεύτερη πλάνη θα είναι χειρότερη από την πρώτη αν ελπίζει ή πιστεύει ότι μπορεί να μας ξεγελάσει είτε μιλώντας για διασυνοριακές διαφορές, είτε πατώντας σε κόκκινα χαλιά, είτε κάνοντας μέσω Ντάουνερ αστείες διαψεύσεις.