Γιατί ο καλύτερος τραπεζίτης …είναι ο δυστυχισμένος

Γιατί ο καλύτερος τραπεζίτης …είναι ο δυστυχισμένος

Οι μεγάλοι καλλιτέχνες υποφέρουν. Ο Λούντβιχ βαν Μπετόβεν έχασε την ακοή του. Ο Φίοντορ Ντοστογιέφσκι δοκιμάστηκε από την επιληψία, την φτώχεια και την εξορία στην Σιβηρία. Ο Βίνσεντ βαν Γκογκ έκοψε ένα κομμάτι από το αριστερό του αυτί και μερικά χρόνια αργότερα αυτοκτόνησε με πιστόλι.

Οι τραπεζίτες αντίθετα σπάνια συνδέονται με τέτοιου είδους δοκιμασίες και βάσανα. Οι αμοιβές τους είναι πολύ υψηλές και τα τυχερά του επαγγέλματος – από παιχνίδια γκολφ στην Αυστραλία σε βόλτες με ιδιωτικά τζετ – είναι πολλά.

Αλλά περνούν και αυτοί δυσκολίες και πλέον υπάρχουν λόγοι να πιστεύουμε ότι οι δυστυχισμένοι τραπεζίτες είναι καλύτεροι τραπεζίτες, όπως και οι μίζεροι συνθέτες, συγγραφείς και ζωγράφοι παράγουν καλύτερα έργα τέχνης.

Οι ενδείξεις προέρχονται από την αντίθετη πορεία των μεγάλων τραπεζών στην Νέα Υόρκη και το Λονδίνο Τα αμερικάνικα τραπεζικά ιδρύματα έχουν πλέον την πρωτοκαθεδρία. Ακόμα και ο Τζον Μακ Φάρλαν εκτελεστικός πρόεδρος της Barclays, παραδέχτηκε πριν από μερικές ημέρες: «Όταν βλέπει κανείς τις κυρίαρχες επενδυτικές τράπεζες, βρίσκονται όλες στην Βόρεια Αμερική».

Πρόκειται για μια αναπάντεχη εξέλιξη, γιατί δεν έχει περάσει πολύς καιρός από τότε που ο επιχειρηματικός κόσμος ανέμενε ότι η «χαλαρή» προσέγγιση του Ηνωμένου Βασιλείου στην ρύθμιση του χρηματοπιστωτικού τομέα θα προσέλκυε μέρος της δραστηριότητας στο Λονδίνο, με ορατά οφέλη για τις τράπεζες με έδρα την βρετανική πρωτεύουσα.

Τόσο τρομαγμένη ήταν η ελίτ της Νέας Υόρκης το 2007, που ο τότε δήμαρχος της πόλης Μάικλ Μπλούμπεργκ και ο Τσαρλς Σούμερ, ανώτατος Γερουσιαστής της πολιτείας της Νέας Υόρκης, δημοσίευσαν έκθεση της McKinsey που κατέγραφε τις δυσκολίες που αντιμετωπίζει ο τραπεζικός κλάδος στις ΗΠΑ. Μεταξύ αυτών ήταν η επικάλυψη αρμοδιοτήτων των ρυθμιστικών αρχών σε τοπικό και ομοσπονδιακό επίπεδο, ο μεγάλος αριθμός αντιδικιών, η ρυθμιστική παράνοια για τα παράγωγα και το κόστος εφαρμογής του νόμου Σαρμπάνη-Όξλι του 2002 σύμφωνα με την οποία οι διοικήσεις όφειλαν να επιβεβαιώσουν την αποτελεσματικό των εσωτερικών ελέγχων.

«Για πολλά στελέχη, το Λονδίνο έχει καλύτερο ρυθμιστικό μοντέλο» σύμφωνα με την έκθεση. «Είναι πιο εύκολο να γίνουν δουλειές εδώ, υπάρχει πιο ανοιχτός διάλογος και η αγορά επωφελείται από τα υψηλού επιπέδου κριτήρια που θέτει μια μοναδική ρυθμιστική αρχή».

Η παγκόσμια οικονομική κρίση που ακολούθησε έβαλε τέλος σε αυτού του είδους τις αναλύσεις, εκθέτοντας το Ηνωμένο Βασίλειο ως ένα αδύναμο σημείο του παγκόσμιου ρυθμιστικού καθεστώτος και μετέτρεψαν τον βρετανικό λαό και τους εκπροσώπους του σε πολέμιους των τραπεζών.

Αλλά ο πόνος και η ταλαιπωρία για τους τραπεζίτες στις ΗΠΑ δεν έφυγαν. Τα πρόστιμα δισεκατομμυρίων για παρατυπίες έγιναν κοινός τόπος, με την Bank of America να τιμωρείται με 16,7% για τον διακανονισμό υποθέσεων σχετικά με ενυπόθηκα στεγαστικά δάνεια.

Ο νόμος Ντοντ-Φρανκ του 2010 απαγόρευσε τις δραστηριότητες διαπραγματεύσεων για ίδιο όφελος στις τράπεζες και συγκρότησε ειδική υπηρεσία για την προστασία των καταναλωτών στον τραπεζικό τομέα, η οποία έχει περιγραφεί από τον Τζεμπ Χένσαρλινγκ, Ρεπουμπλικάνο Γερουσιαστή ως η «πιο ισχυρή και ανεξάρτητη υπηρεσία στην ιστορία του έθνους μας».

Πόνεσε. Μπορούσε να το δει κανείς στο πρόσωπο των τραπεζιτών. Ο Λόιντ Μπλανκφάιν, CEO της Goldman Sachs, έκρυψε το δικό του πίσω από ένα μούσι. Ο Τζέιμι Ντάιμον, CEO της JP Morgan Chase, μετατράπηκε στο αντίστοιχο του Τζέιμς Ντιν στον Επαναστάτη Χωρίς Αιτία για τις τράπεζες, υποστηρίζοντας συχνά ότι οι τραπεζίτες έχουν παρεξηγηθεί. «Οι τράπεζες δέχονται επίθεση» δήλωσε σε δημοσιογράφους αυτόν τον χρόνο.

Αλλά τα θλιμμένα πρόσωπα του αμερικάνικου τραπεζικού τομέα δεν έχουν μείνει χωρίς δουλειά και αυτό δημιουργεί ενδιαφέρουσες δυνατότητες. Ενδεχομένως όλα αυτά τα μέτρα μπορεί να έχουν κάνει πιο σκληρούς τους τραπεζίτες μας, κρατώντας τους σε εγρήγορση με τρόπους που δεν είναι και πολύ συνηθισμένοι σε πιο χαλαρά ρυθμιστικά πλαίσια.

Κάτι τέτοιο έχει συμβεί και στο παρελθόν. Κατά την διάρκεια της ύφεση το 1930, το «New Deal» του προέδρου Ρούσβελτ έκοψε στα δύο τον τραπεζικό τομέα της χώρας, διαχωρίζοντας τις επενδυτικές από τις εμπορικές δραστηριότητας με τον νόμο Γκλας-Στίγκαλ. Το αποτέλεσμα ήταν να δημιουργηθεί ένας τομέας χρεογράφων, υπόδειγμα για τον υπόλοιπο κόσμο.

Τα πράγματα μπορεί να είναι έτσι και σήμερα. Στις 21 Ιουλίου του 2010, την ημέρα που ο πρόεδρος Μπαράκ Ομπάμα υπέγραψε τον νόμο Ντοντ-Φρανκ, η μετοχής της JP Morgan έκλεισε στα 38,42 δολάρια. Την περασμένη εβδομάδα στα 68,05 δολάρια. Η μετοχή της Goldman ενισχύθηκε το ίδιο διάστημα στα 203,44 δολάρια από τα 146,99.

Οι κ.κ. Μπλανκφάιν και Ντάιμον είναι μεγάλοι μέτοχοι στις εταιρείες τους, κάτι που σημαίνει ότι είναι πολύ πιο πλούσιοι. Μου θυμίζει το παλιό τραγούδι του Τζον Μέλεκαμπ από την δεκαετία του 1980. «Sometimes love don’t feel like it should. You make it hurt so good».

Του Gary Silverman, FT.COM, Πηγή: euro2day


Comments

comments

Categories: Οικονομία

Σχετικά με τον Συγγραφέα