«Η Κύπρος σε Σημείο Καμπής»

«Η Κύπρος σε Σημείο Καμπής»


• Περίληψη Μελέτης

Η Διεύθυνση Οικονομικών Μελετών και Προβλέψεων της Eurobank, εξέδωσε πρόσφατα το πέμπτο τεύχος του όγδοου τόμου της περιοδικής έκδοσης Οικονομία και Αγορές. Στο τεύχος αυτό φιλοξενείται άρθρο με θέμα «Η Κύπρος σε Σημείο Καμπής».του Δρα Τάσου Αναστασάτου, Senior Economist της Διεύθυνσης Οικονομικών Μελετών της Eurobank, του Γιάννη Γκιώνη, Research Economist της Διεύθυνσης Οικονομικών Μελετών και του Δρα Πλάτωνα Μονοκρούσου, Επικεφαλής της Διεύθυνσης Τρέχουσας Οικονομικής Ανάλυσης,

Η συμφωνία της 25ης Μαρτίου 2013 για ένα πακέτο διάσωσης ύψους €10 εκατ., συνοδευόμενη από ένα δρακόντειο Πρόγραμμα Προσαρμογής για την Κυπριακή οικονομία, αποτέλεσε σημείο καμπής, όχι μόνο για την Κύπρο, αλλά για την Ευρωπαϊκή Ένωση ως σύνολο. Ήταν η πρώτη περίπτωση κατά την οποία η αρχή της διάσωσης με μέσα προερχόμενα από το ίδιο το τραπεζικό σύστημα, ήτοι με δέσμευση καταθέσεων (bail in), τέθηκε σε εφαρμογή για την αντιμετώπιση των προβλημάτων του χρηματοοικονομικού τομέα. Ως εκ τούτου, λειτούργησε ως προοίμιο και ως αρχικό πείραμα για το σχεδιασμό ενός πανευρωπαϊκού πλαισίου για την εκκαθάριση τραπεζών που αντιμετωπίζουν προβλήματα φερεγγυότητας, το οποίο με τη σειρά του είναι το πιο κρίσιμο βήμα της προσπάθειας για μια αυθεντική Τραπεζική Ένωση. Οι υποστηρικτές του bail-in θεωρούν ότι αυτή η απόφαση θα τερματίσει τον φαύλο κύκλο μεταξύ της φερεγγυότητας των τραπεζών και του δημοσίου χρέους. Επιπλέον, υποστηρίχθηκε πως η περίπτωση της Κύπρου θα λειτουργήσει ως σηματωρός της απόφασης ότι ένα μοντέλο ανάπτυξης βασισμένο σε υπηρεσίες του χρηματοπιστωτικού τομέα, το οποίο με τη σειρά του βασίζεται στην προσέλκυση κεφαλαίων μέσω υψηλών επιτοκίων, χαμηλών φορολογικών συντελεστών και ελλιπών ελέγχων προέλευσης των χρημάτων, δεν μπορεί να επιβιώσει σε μακροπρόθεσμη βάση.

Από την άλλη πλευρά, μπορεί να θεωρηθεί ότι αυτή η επιλογή δεν είναι δίκαιη στο βαθμό που η εφαρμογή της είναι επιλεκτική. Μπορεί ακόμα και να υποστηριχτεί ότι συνιστά νοθεία της αρχής της αλληλεγγύης των κρατών-μελών της ΕΕ, η οποία βρίσκεται στον πυρήνα της διαδικασίας της Ευρωπαϊκής Ενοποίησης. Αυτή η απόφαση εκλήφθηκε στην Κύπρο ως τιμωρητική. Ενώ η αυστηρή εφαρμογή της νομοθεσίας της Ευρωπαϊκής Ένωσης για την καταπολέμηση της νομιμοποίησης εσόδων από παράνομες δραστηριότητες πρέπει να είναι υψηλή προτεραιότητα για όλα τα κράτη μέλη της ΕΕ, δεν υπάρχει καμία οικονομική λογική που να εξηγεί γιατί το μέγεθος του τραπεζικού τομέα μίας χώρας πρέπει να βρίσκεται στο μέσο όρο της ΕΕ. Αντ’ αυτού, η ελαχιστοποίηση των πιθανοτήτων οικονομικού κόστους για τους φορολογούμενους εξαρτάται από το αν η εποπτεία εξετάζει ενδελεχώς τους κινδύνους που αναλαμβάνουν οι τράπεζες και εάν οι ρυθμιστικές αρχές επιβάλλουν την τήρηση των κανόνων χρηστής διαχείρισης. Ακόμη πιο σημαντικό για το μέλλον της διαδικασίας της ευρωπαϊκής ενοποίησης, η παγίωση της αμφιβολίας ως προς την ακεραιότητα των τραπεζικών καταθέσεων είναι ένα πολύ επικίνδυνο μονοπάτι. Η πιθανότητα μετάδοσης των ανησυχιών διεθνώς μπορεί να οδηγήσει στην αποσταθεροποίηση του –ακόμη εύθραυστου- ευρωπαϊκού χρηματοπιστωτικού τομέα και στη φυγή κεφαλαίων από την Ευρωπαϊκή Ένωση εν συνόλω, ή έστω από την ευρωπαϊκή περιφέρεια προς τις χώρες του πυρήνα. Αυτό θα υπονόμευε τη βιωσιμότητα του Ευρώ εφόσον θα έθετε τις βάσεις για χρόνια υστέρηση της ανάπτυξης σε μερικές χώρες-μέλη. Το ελάχιστο που μπορεί να ειπωθεί είναι ότι η επιβολή ελέγχων στην κίνηση κεφαλαίων σε ένα κράτος-μέλος της Ευρωζώνης θέτει υπό αμφισβήτηση τη θεμελιώδη αρχή μίας Νομισματικής Ένωσης, την ελεύθερη διακίνηση κεφαλαίων. Οι έλεγχοι στην κίνηση κεφαλαίων δεν θα είναι εύκολο να αρθούν και μπορούν να αφήσουν μία μόνιμη πληγή στην εμπιστοσύνη.

Σε κάθε περίπτωση, τα δραματικά γεγονότα του Μαρτίου του 2013 αναγκάζουν την Κύπρο να επανεξετάσει το μοντέλο ανάπτυξής της. Βραχυ-μεσοπρόθεσμα, η Κύπρος αντιμετωπίζει την πρόκληση να περιορίσει το μέγεθος μίας δυνητικά απότομης μείωσης του ΑΕΠ της και να προπαρασκευάσει τους όρους για μία γρήγορη και βιώσιμη ανάκαμψη μέσω της εφαρμογής ενός απαιτητικού προγράμματος δημοσιονομικών, χρηματοπιστωτικών και διαρθρωτικών μεταρρυθμίσεων. Πιο μακροπρόθεσμα, ζητείται ένα πιο ισορροπημένο υπόδειγμα ανάπτυξης το οποίο θα περιορίζει την υπερβολική εξάρτηση από τις χρηματοοικονομικές υπηρεσίες, και θα αποκαθιστά την ευημερία χωρίς τις μακροοικονομικές ανισορροπίες του παρελθόντος.

Αυτό το άρθρο επιχειρεί μία σφαιρική ανάλυση της εξέλιξης της κατάστασης της Κυπριακής οικονομίας η οποία οδήγησε στην υιοθέτηση του προγράμματος προσαρμογής, στις μεσοπρόθεσμες προοπτικές της και τις μακροπρόθεσμες προκλήσεις που διανοίγονται. Αρχικώς εξετάζονται οι ανισορροπίες της Κυπριακής οικονομίας κατά την περίοδο προ της κρίσεως. Ένας συνδυασμός διαρθρωτικών αδυναμιών και μακροοικονομικών ανισορροπιών την τελευταία δεκαετία είχε δημιουργήσει αμφιβολίες για τη βιωσιμότητα του χρέους της Κύπρου και τελικά έκανε μία προσφυγή σε ένα πακέτο διάσωσης από ΕΕ και ΔΝΤ αναπόφευκτη. Σημαντικότερες εξ αυτών, ένας υπερμεγέθης τραπεζικός τομέας με μεγάλη έκθεση στην Ελλάδα, ένας υπερχρεωμένος ιδιωτικός τομέας, η σταδιακή απώλεια της ανταγωνιστικότητας και η χειροτέρευση του Ισοζυγίου Τρεχουσών Συναλλαγών, η επιδείνωση των δημοσιονομικών μεγεθών κατά τα τελευταία 5 έτη, οι κρυφές υποχρεώσεις του συνταξιοδοτικού συστήματος και μία οικονομία μη διαφοροποιημένη και με υπερβολική εστίαση στις χρηματοοικονομικές υπηρεσίες.

Κατόπιν, δίνεται μια σύντομη περιγραφή του Προγράμματος Προσαρμογής (Μνημόνιο) για την περίοδο 2013-2018. Επισκοπούνται οι στόχοι του Προγράμματος και οι συνδεόμενοι όροι εφαρμογής πολιτικών. Οι επίσημοι δανειστές απαίτησαν από την Κύπρο να λάβει μία σειρά μέτρων δημοσιονομικής προσαρμογής και διαρθρωτικές μεταρρυθμίσεις για την ενίσχυση της ανταγωνιστικότητας της οικονομίας. Πιο καθοριστικά, ζήτησαν ένα μεγάλο κομμάτι του κόστους για την αναδιάρθρωση του τραπεζικού τομέα (εκκαθάριση της Λαϊκής Τράπεζας και ανακεφαλαιοποίηση της Τράπεζας Κύπρου) να επιβαρύνει τους δανειστές των Κυπριακών τραπεζών, συμπεριλαμβανομένων των ανασφάλιστων καταθετών. Αυτή η απόφαση κλόνισε την οικονομία του νησιού, προκάλεσε την άμεση συρρίκνωση του χρηματοπιστωτικού τομέα κατά περίπου 200 ποσοστιαίες μονάδες του ΑΕΠ και κατέστησε αναγκαία την επιβολή ελέγχων για τον περιορισμό της φυγής κεφαλαίων και μία πιθανή κατάρρευση. Εκτός από τα προβλήματα που οι έλεγχοι στις κινήσεις κεφαλαίων ήδη προκαλούν στη λειτουργία των εγχώριων επιχειρήσεων και των νοικοκυριών, έχουν προκαλέσει σοβαρό πλήγμα στην εμπιστοσύνη και θα έχουν μακροπρόθεσμες συνέπειες για το μοντέλο ανάπτυξης του νησιού.

Ακολούθως, το άρθρο περιγράφει τις δανειακές ανάγκες της Κυβέρνησης για τα επόμενα έτη και τις πηγές χρηματοδότησης, και διεξάγει μία ανάλυση βιωσιμότητας του χρέους με διάφορους ελέγχους ευαισθησίας. Η εφαρμογή του bail-in είχε ως αποτέλεσμα τα €10 δισ. του πακέτου διάσωσης (€9δισ από την Ευρωπαϊκή Ένωση και €1δισ από το ΔΝΤ) να επαρκούν για την κάλυψη των αναγκών χρηματοδότησης της Κύπρου για την προγραμματική περίοδο 2013-2016 και τον περιορισμό των συνολικών αναγκών χρηματοδότησης της κυβέρνησης για την περίοδο μετά το πρόγραμμα (2016- 2020) σε €4δισ. Επίσης, το bail-in είχε ως αποτέλεσμα τη βελτίωση της ανάλυσης βιωσιμότητας του χρέους εν συγκρίσει με αυτή που διατυπώθηκε στο προσχέδιο του Μνημονίου του Νοεμβρίου 2012 παρά το δυσμενέστερο εγχώριο μακροοικονομικό κλίμα και τη σταδιακότερη προσαρμογή του πρωτογενούς ισοζυγίου της γενικής κυβέρνησης. Ο λόγος χρέους-προς-ΑΕΠ αναμένεται τώρα να κορυφωθεί στο 126,3%-του-ΑΕΠ το 2014, συγκριτικά με το μέγιστο του 142,7% του ΑΕΠ που προβλεπόταν προηγουμένως. Ωστόσο, η δική μας ανάλυση βιωσιμότητας του χρέους δείχνει ότι η επίτευξη του στόχου για ένα λόγο 100% του χρέους προς το ΑΕΠ το 2020 παραμένει ευαίσθητη στο ρυθμό που συρρικνώνεται το ΑΕΠ κατά την αρχική περίοδο μετά την κρίση και στο βαθμό εκπλήρωσης των συμφωνημένων δημοσιονομικών στόχων.

Κατόπιν, παρουσιάζονται οι επικαιροποιημένες προβλέψεις μας για την εξέλιξη του ΑΕΠ και των συστατικών του κατά τα έτη 2013-2014. Οι μεσοπρόθεσμες μακροοικονομικές προοπτικές παραμένουν ζοφερές ως αποτέλεσμα της μετάδοσης των προβλημάτων του χρηματοοικονομικού τομέα στην πραγματική οικονομία, σε συνδυασμό με τη συσταλτική επίδραση της δημοσιονομικής προσαρμογής και την απώλεια εμπιστοσύνης. Σύμφωνα με τις προβολές μας, οι οποίες λαμβάνουν υπ’ όψιν την αναμενόμενη επίπτωση των μέτρων όπως αυτά έχουν έως τώρα εξειδικευτεί, η πραγματική μεταβολή του ΑΕΠ υπολογίζεται στο -11,9% για το 2013 και στο -4,7% για το 2014. Σε ένα περισσότερο δυσμενές σενάριο, το οποίο υποθέτει μεγαλύτερες επιδράσεις από την πιστωτική ασφυξία και τους ελέγχους στην κίνηση κεφαλαίων, καθώς και επιπλέον πτωχεύσεις επιχειρήσεων, υπολογίζουμε ότι το πραγματικό ΑΕΠ μπορεί να μειωθεί το 2013 έως -16,7%. Ωστόσο, ανέκδοτα στοιχεία, τα οποία δείχνουν μία πρώιμη προσαρμογή των τιμών, προσφέρουν κάποια ελπίδα για μία ταχύτερη αποκόμιση οφελών από την εσωτερική υποτίμηση και επομένως μια ανάκαμψη ταχύτερη σε σχέση με τις υποθέσεις της Τρόικα (V-shaped recovery).

Τέλος, εξετάζουμε τις μακροπρόθεσμες αναπτυξιακές προοπτικές. Η απότομη συρρίκνωση του χρηματοπιστωτικού τομέα, καθιστά αναγκαίο τον επαναπροσδιορισμό του μοντέλου ανάπτυξης της Κύπρου. Ενώ υπάρχουν ακόμα μερικά πειστικά επιχειρήματα για τη διατήρηση του status της Κύπρου ως ένα σημαντικό κέντρο παροχής επιχειρηματικών και χρηματοοικονομικών υπηρεσιών, η Κύπρος χρειάζεται ένα νέο, περισσότερο διαφοροποιημένο σχήμα εξειδικεύσεων προκειμένου να συμπληρώσει τη συμβολή του χρηματοπιστωτικού τομέα στο ΑΕΠ και κατά συνέπεια να επιστρέψει σε βιώσιμους ρυθμούς ανάπτυξης. Οι επιχειρηματικές και χρηματοοικονομικές υπηρεσίες μπορούν να συνεχίσουν να είναι ένας τομέας υπεροχής αλλά με την προϋπόθεση περαιτέρω βελτίωσης της ποιότητας και του εύρους των παρεχόμενων υπηρεσιών. Αναμφισβήτητα, ένας άλλος πυλώνας του μελλοντικού μοντέλου ανάπτυξης θα είναι ο τουρισμός. Υπό αυτή την έννοια, η παρούσα κρίση αποτελεί μία ευκαιρία ώστε να αναπροσανατολιστεί το μοντέλο της τουριστικής βιομηχανίας στην κατεύθυνση της βελτίωσης της ανταγωνιστικότητας ως προς τις τιμές και στην ανάπτυξη εξειδικευμένων δραστηριοτήτων (niche markets). Το ίδιο ισχύει και για τον πρωτογενή τομέα. Τελικά, η ανακάλυψη των αποθεμάτων φυσικού αερίου ανοίγει το δρόμο για το μετασχηματισμό της Κύπρου σε ένα σημαντικό υπεράκτιο ενεργειακό κόμβο. Η διαδικασία εξερεύνησης των υδρογονανθράκων βρίσκεται ακόμη σε φάση ανάπτυξης. Εάν τα αποθέματα ανακηρυχτούν επισήμως εκμεταλλεύσιμα, θα απαιτηθούν σημαντικές επενδύσεις σε υποδομές εξόρυξης, επεξεργασίας και μεταφοράς, καθώς και η λήψη περίπλοκων γεωπολιτικών αποφάσεων. Παρόλα αυτά, κάτω από συγκεκριμένες υποθέσεις, τα άμεσα έσοδα της κυβέρνησης από τους υδρογονάνθρακες μπορούν να φθάσουν τα €4δισ. το χρόνο για έναν χρονικό ορίζοντα 20-25 ετών. Τα οφέλη από την αξιοποίηση του φυσικού αερίου εκτείνονται πέρα από τα τέλη αδειοδότησης, τα άμεσα έσοδα από πωλήσεις και τις σχετιζόμενες επενδύσεις, και συμπεριλαμβάνουν οικονομίες κλίμακας σε άλλους τομείς, όπως επίσης και μία δραστική αναβάθμιση της γεωστρατηγικής σημασίας της χώρας.

Εν κατακλείδι, η ικανότητα της Κύπρου να ξεπεράσει αυτή τη δύσκολη συγκυρία θα εξαρτηθεί από την αποφασιστικότητα, ψυχραιμία και δημιουργικότητα του λαού της. Οι Κύπριοι έχουν αποδείξει στις πιο σκοτεινές στιγμές της ιστορίας ότι κατέχουν αυτές τις αρετές.


Comments

comments

Categories: Οικονομία

Σχετικά με τον Συγγραφέα