Η μείωση των δαπανών δεν αρκεί

Η μείωση των δαπανών δεν αρκεί


  • Του δρα Χριστόδουλου Χριστοδούλου

Πρώην Υπουργού Οικονομικών και Εσωτερικών και τέως Διοικητή της Κεντρικής Τράπεζας Κύπρου

Είναι πάγια θέση της Ευρωπαϊκής Ένωσης και του Διεθνoύς Νομισματικού Ταμείου, ότι, για να είναι υγιής, σταθερά βιώσιμη και δυνατή μια οικονομία, θα πρέπει οι δαπάνες του δημοσίου να μην υπερβαίνουν τις δυνατότητές της. Και, ακόμη, ότι η θεμελίωση της ανάπτυξης πρέπει να γίνεται με ύψιστη προτεραιότητα τη σταθερότητα.

Είναι, κατά βάση, ορθή αυτή η οικονομική θεώρηση, η οποία, υπό ομαλές συνθήκες, θα πρέπει να ισχύει και στον τομέα της ιδιωτικής οικονομίας, εκτός αν οι δαπάνες είναι παραγωγικές και υποκινούν την ανάπτυξη και διανοίγουν νέους ορίζοντες ή εμπλουτίζουν υφισταμένους.

Όμως, ο κανόνας αυτός – πρόταξη της σταθερότητας και επακολούθηση της ανάπτυξης – δεν ισχύει πάντοτε ούτε σε όλες τις περιπτώσεις. Σε περιστάσεις κρίσιμες, όπως είναι οι σημερινές, που η οικονομική ύφεση διαχέει από πενταετίας ολόκληρη την υφήλιο, με επίκεντρο τις Ηνωμένες Πολιτείες της Αμερικής και την Ενωμένη Ευρώπη, η όλη οικονομική θεώρηση πρέπει να είναι πιο ευέλικτη και ευπροσάρμοστη. Γιατί χωρίς επενδύσεις δεν νοείται ανάπτυξη. Και χωρίς ανάπτυξη, αναπόδραστο επακόλουθο είναι η ανεργία, η παρατεταμένη ύφεση, η υποβάθμιση του βιοτικού επιπέδου του λαού, η πολιτική αστάθεια και οι κοινωνικές εκρήξεις.

Αφορμή για την πρόταξη αυτή, που επανειλημμένα την έχουμε τονίσει, μας έχουν δώσει οι πρόσφατες εύστοχες δηλώσεις του Υπουργού Οικονομικών κ. Χάρη Γεωργιάδη, με την ευκαιρία της άφιξης του διευρυμένου κλιμακίου της τρόικας για αποτίμηση της κατάστασης της κυπριακής οικονομίας και υποβολή έκθεσης προόδου. Εντάσσεται η πρακτική αυτή στα πλαίσια της πάγιας απαίτησης των τροϊκανών δανειστών να έχουν αξιολόγηση των οικονομικών εξελίξεων σε κάθε δανειζόμενη χώρα, πάνω σε τριμηνιαία βάση. Μια πρακτική, που συνιστά κραυγαλέα υπόμνηση ότι η τρόικα αποτελεί τον κυρίαρχο παράγοντα στη διαμόρφωση της οικονομικής πολιτικής και στην επιτήρηση της πιστής εφαρμογής των μέτρων της σύμβασης και του μνημονίου.

Με αυτή την ευκαιρία, ο κύπριος Υπουργός των Οικονομικών, με ειλικρίνεια και εύτολμη πραότητα, κατέστησε δημοσίως γνωστές ορισμένες αξιωματικές θέσεις οικονομικής πολιτικής, τις οποίες και ασπαζόμαστε. Στις δηλώσεις του αυτές ο κ. Γεωργιάδης υπέδειξε με σαφήνεια, μεταξύ άλλων, τα ακόλουθα:

«Θα αγγίξουμε με τρόπο αποφασιστικό αυτό που όλοι χαρακτηρίζουμε ως σπάταλο κράτος. Συνεπώς, περικοπές δαπανών θα γίνουν και η προσπάθεια θα είναι να μην επιβαρυνθούν περισσότερο οι μισθοί στο δημόσιο τομέα. Το μισθολόγιο στο σύνολό του θα πρέπει να μειωθεί, αφού περιορισθεί σημαντικά ο αριθμός των εργαζομένων στο δημόσιο τομέα. Το δικό μας κρατικό μισθολόγιο είναι, αναλογικά, το μεγαλύτερο στην Ευρώπη. Είναι γι’ αυτό που θα συνεχίσουμε την πολιτική των μηδενικών προσλήψεων».

Σε ερώτηση αν έχουν αποδώσει μέχρι σήμερα τα μέτρα για αύξηση των εσόδων του κράτους, ο κ. Γεωργιάδης υπέδειξε ότι η αύξηση των φορολογιών, εδώ και δεκαοκτώ μήνες, δεν απέφερε το λογικό αποτέλεσμα. Για να τονίσει με έμφαση, ότι σε περιόδους ύφεσης δεν πρέπει να επιβάλλεται αύξηση στις φορολογίες. «Δεν ρίχνεις περισσότερα βάρη σε μια δύσκολη περίοδο για τα νοικοκυριά και τις επιχειρήσεις, είπε. Αυτοί είναι οι χρηματοδότες του κράτους και το κράτος δεν μπορεί να συμπεριφέρεται και να ξοδεύει αλόγιστα. Η κυβέρνηση θα επικεντρώσει τις προσπάθειές της στην αύξηση των δαπανών μέσω του προϋπολογισμού του 2014».

Είναι και σωστές και επίκαιρες οι απόψεις και οι διαπιστώσεις του κ. Χάρη Γεωργιάδη. Άλλωστε συνεπικουρούνται από τη ζώσα πραγματικότητα και επιβεβαιώνονται από την ίδια τη ζωή. Οι αλόγιστες σπατάλες της περασμένης πενταετίας γονάτισαν κυριολεκτικά την οικονομία. Δημιούργησαν τεράστια δημοσιονομικά ελλείμματα, αύξησαν απότομα και σε βαθμό απρόσμενο και ανεπίτρεπτο το δημόσιο χρέος, δημιούργησαν υποτονική ανάπτυξη που οδήγησε στην ύφεση και μεγέθυνε απίστευτα την ανεργία.

Αναπόφευκτα, μοιραία και ταπεινωτικά, αποταθήκαμε στην πάντοτε ελεεινούμενη και αποτασσόμενη τρόϊκα. Από εκείνους που κυβερνούσαν πρώτα και που πρωταγωνιστούσαν στον αναθεματισμό της. Και, που, δυστυχώς μας την κουβάλησαν στην Κύπρο και κληροδότησαν στη διάδοχο κυβέρνηση το επαχθές μνημόνιο και την ανυπόφορη δανειακή σύμβαση.

Οι τροϊκανοί, αφότου ανέλαβαν την επικυριαρχία και την καθυπόταξη της κυπριακής οικονομίας, δεν έχουν επιτύχει καλυτέρευση των πραγμάτων. Δεν έχουν έμπρακτα επαληθευθεί στις προβλέψεις τους και δεν έχουν δικαιωθεί από τις εξελίξεις που επακολούθησαν. Στους τρεις μήνες, που στην ουσία ασκούν την οικονομική διακυβέρνηση του τόπου, οι τροϊκανοί έχουν επιδεινώσει δραματικά την οικονομική και κοινωνική μας κατάσταση. Η παράλογα αυστηρή λιτότητα, ο απόλυτος περιορισμός της χρηματικής ρευστότητας, η πλήρης εξουδετέρωση της λειτουργίας του τραπεζικού μας συστήματος και της ελεύθερης αγοράς, είχαν ως άφευκτο και μοιραίο αποτέλεσμα την ακόμη βαθύτερη ύφεση, την τρομακτική αύξηση της ανεργίας, την εξαφάνιση κάθε δυνατότητας ντόπιων και ξένων επενδύσεων, την εμπέδωση ψυχολογίας έλλειψης εμπιστοσύνης και αναξιοπιστίας προς το τραπεζικό μας σύστημα και, αντί μείωση του δημόσιου χρέους και του δημοσιονομικού ελλείμματος, την επαύξησή τους.

Κανένας δεν αμφιβάλλει ότι τα τροϊκανά μέτρα, σε όλους τους τομείς, επιδείνωσαν την κατάσταση της κυπριακής οικονομίας και επέτειναν την αστάθειά της αντί να επιφέρουν την επαγγελθείσα και επαγγελλόμενη σταθεροποίησή της.

Τα πράγματα είναι πλέον ή αυτόδηλα. Και μόνο εθελοτυφλούντες ή μυωπάζοντες δεν τα βλέπουν ή δε τα κατανοούν. Όμως, κι εμείς εδώ, κυβερνώντες και κυβερνώμενοι, δεν αγνοούμε ότι είμαστε πλέον, σε μεγάλο βαθμό, εξαρτώμενοι από το δάνειο των δέκα δισεκατομμυρίων. Για την αποτροπή της λεγόμενης άτακτης χρεοκοπίας μας και, ας μην τρέφουμε ψευδαισθήσεις, την εδραίωση, βεβαίως, της τακτικής και ουσιαστικής χρεοκοπίας μας.

Αυτή είναι η οικτρή πραγματικότητα, την οποία αγγίζει ουσιαστικά και αντικειμενικά ο Υπουργός των Οικονομικών κ. Γεωργιάδης με τις προαναφερθείσες δηλώσεις του. Αυτή την πραγματικότητα θα πρέπει ο αρμόδιος Υπουργός, ο Διοικητής της Κεντρικής Τράπεζας και ο ίδιος ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας να θέσουν κατά τρόπο ωμό, απροσχημάτιστο και αποφασιστικό ενώπιον της τρόικας: Του Διεθνούς Νομισματικού Ταμείου, της Ευρωπαϊκής Επιτροπής και της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας. Η από μέρους μας πιστή εφαρμογή του μνημονίου και της δανειακής σύμβασης δεν μας αποτρέπει από πέσιμο που πιο βαθύ ποτέ δεν είδαμε ως τώρα, αλλά μας οδηγεί απαρέγκλιτα προς το βάραθρο της οικονομικής εξουθένωσης και της κοινωνικής εξαθλίωσης.

Να μας βοηθήσουν με δανεικά οι τροϊκανοί, ναι. Αλλά να μας αφήσουν να αναπτύξουμε τις πρωτοβουλίες μας, να αξιοποιήσουμε την τεράστια πείρα μας και να επιστρατεύσουμε τις πάντοτε γόνιμες αρετές μας, μέσα σε πλαίσια οικονομικού ορθολογισμού.

Οι κυβερνώντες έχουν πρωτίστως το λόγο. Και την ευθύνη βεβαίως. Καθώς και όλοι μας που οφείλουμε να τους συμπαρασταθούμε στο τιτάνιο έργο τους.


Comments

comments

Categories: Οικονομία

Σχετικά με τον Συγγραφέα