Η οδός της ευθύνης δεν σε κάνει πάντοτε δημοφιλή και αρεστό

Η οδός της ευθύνης δεν σε κάνει πάντοτε δημοφιλή και αρεστό


 

Δεδομένη η προσήλωση στη δημοσιονομική πειθαρχία

 

Της Αγγέλας Κωμοδρόμου

 

Οι δαπάνες μας θα αυξάνονται στο βαθμό που τα δημόσια έσοδα το επιτρέπουν, χωρίς να επανερχόμαστε ποτέ στις πολιτικές των ελλειμμάτων, με την προσήλωση στη δημοσιονομική πειθαρχία να είναι δεδομένη, επεσήμανε μιλώντας στο EUROΚΕΡΔΟΣ, ο Υπουργός Οικονομικών, Χάρης Γεωργιάδης. Τόνισε επίσης πως πρέπει να διατηρηθεί η πολιτική που συνδυάζει τη δημοσιονομική πειθαρχία και βιωσιμότητα με την ανάκαμψη και στήριξη της πραγματικής οικονομίας.

Και όπως είπε στην συνέντευξη που ακολουθεί, το γεγονός ότι μπαίνουν σε τροχιά υλοποίησης και άλλες σημαντικές επενδύσεις τον κάνουν να αισθάνεται συγκρατημένη αισιοδοξία. «Από την άλλη, η οδός των δύσκολων αλλά αναγκαίων αποφάσεων, η οδός της ευθύνης, δεν σε κάνει πάντοτε δημοφιλή και αρεστό», τονίζει ο κ. Γεωργιάδης.

 

Σχεδόν τέσσερα χρόνια από τον Μάρτη του 2013, η κυπριακή οικονομία σταθεροποιείται και σαφώς δείχνει σημάδια βελτίωσης. Παραμένουν ωστόσο μεγάλες προκλήσεις, με κύρια τη χρηματοδότηση των επιχειρήσεων αλλά και των νοικοκυριών από τις τράπεζες. Ωστόσο, το πρόβλημα των Μη Εξυπηρετούμενων Δανείων καθυστερεί τη ροή ζεστού χρήματος στην αγορά. Yπάρχει κάποια λύση για το θέμα αυτό;

Κατ’ ακρίβεια το πρόβλημα με τη χρηματοδότηση ίσως να μην είναι τόσο στο σκέλος της προσφοράς όσο στο σκέλος της ζήτησης. Δηλαδή, δεν είναι τόσο αδυναμία των τραπεζών να δώσουν δάνεια όσο των νοικοκυριών και των επιχειρήσεων, σε κάποιες περιπτώσεις, να αναλάβουν πρόσθετο δανεισμό και αυτό με τη σειρά του σχετίζεται με τον υπέρμετρο δανεισμό που είχε αναληφθεί κατά τη διάρκεια της περιόδου της επίπλαστης ευφορίας που χαρακτήρισε το μεγαλύτερο μέρος της προηγούμενης δεκαετίας. Πρέπει, συνεπώς, να υπάρξει σταδιακή απομόχλευση, αλλά και δημιουργία επενδυτικών ευκαιριών από νέες επιχειρήσεις. Η δυνατότητα των τραπεζών να προσφέρουν χρηματοδότηση θεωρώ πως σιγά-σιγά ενισχύεται, μέσα από τη σταδιακή εξυγίανσή τους και τις προσπάθειες είσπραξης παλαιών χρεών. Προς αυτή την κατεύθυνση θεωρώ πως βοηθούν και τα σχέδια χρηματοδότησης που έχουν καταρτιστεί σε συνεργασία με την Ευρωπαϊκή Τράπεζα Επενδύσεων. Μάλιστα, τα δανειστικά επιτόκια είναι στο χαμηλότερο σημείο που ήταν ποτέ. Όμως, σε κάθε περίπτωση, ο δανεισμός θα διοχετεύεται στη βάση των αυστηρότερων κριτηρίων και διαδικασιών που έχουν θεσπιστεί και τα οποία θα εξακολουθήσουν να ισχύουν ακόμη και όταν το ύψος των ΜΕΔ μειωθεί περαιτέρω. Αυτό που με λίγα λόγια περιγράφω είναι μια νέα πραγματικότητα σε σχέση με τον τραπεζικό δανεισμό, που είναι πολύ διαφορετική από τη χαλαρότητα του παρελθόντος. Τα λεφτά που δανείζουν οι τράπεζες δεν είναι παρά οι καταθέσεις άλλων συμπολιτών μας και πρέπει σίγουρα να τα διαχειρίζονται υπεύθυνα. Ναι, πρέπει να προσφέρουν χρηματοδότηση και μάλιστα με όσο το δυνατό πιο χαμηλά επιτόκια, αλλά εκεί που πρέπει και στο βαθμό που πρέπει.

 

Η Κομισιόν αλλά και το Δημοσιονομικό Συμβούλιο, διατυπώνουν ανησυχίες για την πορεία της οικονομίας, προειδοποιώντας ότι θα πρέπει να παραμείνουμε προσηλωμένοι στην αυστηρή δημοσιονομική πειθαρχία. Συμμερίζεστε τις ανησυχίες τους;

Η προσήλωση στη δημοσιονομική πειθαρχία είναι δεδομένη. Και οι επιδόσεις μας θεωρώ πως μιλούν από μόνες τους. Συνεχίζουμε να καταθέτουμε ισοσκελισμένους προϋπολογισμούς και μετά την έξοδο μας από το Μνημόνιο. Το 2017 θα είναι η τέταρτη συνεχόμενη χρονιά με ισοσκελισμένο, ουσιαστικά, προϋπολογισμό. Πρόκειται για μια πολύ διαφορετική εικόνα σε σχέση με τα μεγάλα ελλείμματα που επιβάρυναν την οικονομία μας μέχρι το 2013. Τώρα, πλέον, έχουμε μια από τις καλύτερες δημοσιονομικές επιδόσεις στην Ευρωπαϊκή Ένωση και αυτό καθόλου δεν αμφισβητείται από την Κομισιόν. Κατ’ ακρίβεια, για το 2017 η Κομισιόν είναι κάπως πιο αισιόδοξη στις εκτιμήσεις της από αυτές του Υπουργείου Οικονομικών. Το σημείο στο οποίο διαφωνούμε είναι αυτό που αφορά στο διαρθρωτικό ισοζύγιο που βασίζεται στο παραγωγικό κενό. Κάποια κράτη-μέλη, σε αντίθεση με την Κύπρο, μπορεί να μην πετυχαίνουν τους στόχους τους και να έχουν ελλείμματα, αλλά θεωρούνται πως έχουν παραγωγικό κενό, δηλαδή δυνατότητα να αυξήσουν το ΑΕΠ τους και συνεπώς σε διαθρωτικούς όρους οι επιδόσεις τους γίνονται αποδεκτές. Από την άλλη, κάποια κράτη μπορεί να πετυχαίνουν τους δημοσιονομικούς στόχους, αλλά να θεωρείται πως δεν έχουν παραγωγικό κενό, να είναι δηλαδή σε φάση υπερθέρμανσης και να πρέπει συνεπώς να ακολουθήσουν περιοριστική πολιτική για να ανακόψουν την αναπτυξιακή ορμή της οικονομίας. Όσο παράξενο και εάν φαίνεται, η Κύπρος θεωρήθηκε πως ανήκει στη δεύτερη κατηγορία. Με αυτή τη λογική πρέπει να βάλουμε φόρους όχι επειδή έχουν κάποιο έλλειμμα να καλύψουμε αλλά επειδή πρέπει να περιορίσουμε την ανάπτυξη. Αδιανόητο ασφαλώς και γι’ αυτό δεν συμφωνήσαμε.

 

Δηλώσατε επανειλημμένως ότι δεν θα υποκύψετε στην πίεση που δέχεστε από πολλές κατευθύνσεις για αύξηση των δημόσιων δαπανών. Υπάρχουν όμως τομείς στους οποίους το κράτος μπορεί πλέον να συνδράμει, όπως για παράδειγμα το ζήτημα της μείωσης της ζημιάς που υπέστησαν τα ταμεία προνοίας;

Οι δαπάνες μας θα αυξάνονται στο βαθμό που τα δημόσια έσοδα το επιτρέπουν, χωρίς να επανερχόμαστε ποτέ στις πολιτικές των ελλειμμάτων. Η πολιτική που συνδυάζει τη δημοσιονομική πειθαρχία και βιωσιμότητα με την ανάκαμψη και στήριξη της πραγματικής οικονομίας πρέπει να διατηρηθεί. Για παράδειγμα, ήταν σε αυτό το πλαίσιο που προωθήθηκαν πρόσφατα σημαντικές φορολογικές ελαφρύνσεις. Εντός του ιδίου πλαισίου, θα μπορούσαν να ενταχθούν νέα προγράμματα, με βάση το κυβερνητικό πρόγραμμα. Και υπάρχει πράγματι σχεδιασμός για επιπρόσθετη, σταδιακή αποζημίωση μελών Ταμείων που έχουν υποστεί ζημιές από το κούρεμα. Είναι στους στόχους για τη χρονιά που διανύουμε.

 

Μετά το 2013 και την κορύφωση της οικονομικής κρίσης, ακούγαμε συνεχώς πως η προσέλκυση επενδύσεων θα ήταν για την Κύπρο σωσίβιο σωτηρίας. Τελικά αυτές οι επενδύσεις ήρθαν και έσωσαν την παρτίδα; Σας αφήνουν ικανοποιημένο;

Θεωρώ πως, σε ένα βαθμό, η ανάκαμψη οφείλεται πράγματι σε τέτοιες επενδύσεις που έχουν πραγματοποιηθεί σε διάφορους τομείς της οικονομίας. Το γεγονός μάλιστα ότι και άλλες σημαντικές επενδύσεις μπαίνουν σε τροχιά υλοποίησης με κάνει να αισθάνομαι συγκρατημένα αισιόδοξος. Υπενθυμίζω τη μεγάλη επένδυση στη Μαρίνα της Αγίας Νάπας, που έχει ήδη ξεκινήσει να κατασκευάζεται, τη μεγάλη επένδυση για το Καζίνο που ξεκινά, την επένδυση από Γερμανία και Ντουμπάι στο Λιμάνι της Λεμεσού, τις σημαντικές ξένες επενδύσεις στις τράπεζες, που συνέβαλαν καθοριστικά στη σταθεροποίηση και ανάκαμψη του τομέα, τις επενδύσεις στον ξενοδοχειακό τομέα, τις μεγάλες οικιστικές και εμπορικές αναπτύξεις στη Λεμεσό και αλλού, τις ξένες επενδύσεις στη φαρμακοβιομηχανία και τα malls, τις νέες αεροπορικές εταιρείες που έχουν λειτουργήσει, τις Κυπριακές Αερογραμμές που θα λειτουργήσουν ξανά μέσω Ρωσικής επένδυσης. Θέλουμε να συνεχίσουμε με την ανάπτυξη των ακινήτων στο Τρόοδος και στο Λιμάνι της Λάρνακας, με τη Μαρίνα στην Πάφο και, εάν καταφέρουμε και πείσουμε τη Βουλή, με την CYTA και το ΧΑΚ. Σημαντικές, όμως, θεωρώ και κάποιες δημόσιες επενδύσεις, με κυριότερη αυτή που αφορά στην ανάπτυξη του Πανεπιστημίου Κύπρου, έργο των 220 εκ. ευρώ, αλλά και του Ινστιτούτου Νευρολογίας και Γενετικής, έργο των 34 εκ. ευρώ. Με ρωτάτε λοιπόν εάν είμαι ικανοποιημένος; Είμαι, αλλά την ίδια ώρα θεωρώ πως μπορούμε να πετύχουμε περισσότερα. Μπορούμε να προσελκύσουμε ακόμη πιο πολλές επενδύσεις, εάν ευθυγραμμίσουμε όλοι τις προσπάθειες μας στην κατεύθυνση της μετατροπής της Κύπρου σε ένα ανταγωνιστικό και ελκυστικό επενδυτικό προορισμό.

 

Ζητήσατε την διεξαγωγή διαγνωστικού ελέγχου των χρηματοπιστωτικών ιδρυμάτων των κατεχομένων. Που βρίσκεται αυτό το ζήτημα; Θεωρείτε «Αγκάθι» τις τράπεζες στα κατεχόμενα σε περίπτωση λύσης του κυπριακού; Και ποιες προοπτικές ανοίγονται για την κυπριακή οικονομία σε περίπτωση λύσης;

Οι προοπτικές είναι εξαιρετικά θετικές αλλά μόνο εάν διασφαλίσουμε στέρεα θεμέλια για το κράτος και την επανενωμένη οικονομία. Σύγχρονες και αποτελεσματικές δομές και διαδικασίες θα μεγιστοποιούσαν τις ευκαιρίες για νέες επενδύσεις και νέα οικονομική δραστηριότητα. Από την άλλη όμως, ένα υδροκέφαλο και δαπανηρό κράτος, θα υπονόμευε αυτές τις προοπτικές. Τον διαγνωστικό έλεγχο στις τράπεζες δεν είναι εμείς που τον ζητούμε, δεν είναι δικές μας υπερβολικές απαιτήσεις. Είναι αυτονόητη απαίτηση της συμμετοχής στη ζώνη του ευρώ. Θα είναι μια εποπτική απαίτηση για την οποία θα πρέπει να είμαστε προετοιμασμένοι. Δυστυχώς, δεν έχει προχωρήσει και αυτή η καθυστέρηση, πρέπει να σας πω, μας προβληματίζει.

 

Η οδός της ευθύνης δεν σε κάνει πάντοτε αρεστό

 

Τον Απρίλιο ο Χάρης Γεωργιάδης μετρά τέσσερα χρόνια στο πηδάλιο του Υπουργείου Οικονομικών, ενώ μπαίνουμε οσονούπω και σε τροχιά προεδρικών εκλογών το 2018. Τι έμαθε ο Χάρης Γεωργιάδης σε αυτή την πορεία και ποιοι είναι οι στόχοι του Υπουργείου Οικονομικών για το 2017;

Αυτό που έχω μάθει και έχω επιβεβαιώσει είναι ότι στα θέματα της οικονομίας η φαινομενικά εύκολη οδός των υποσχέσεων και των συνθημάτων προσωρινά βολεύει, αλλά οδηγεί πάντοτε σε αδιέξοδα και στην καταστροφή. Από την άλλη, η οδός των δύσκολων αλλά αναγκαίων αποφάσεων, η οδός της ευθύνης, δεν σε κάνει πάντοτε δημοφιλή και αρεστό, αλλά είναι η μόνη που μπορεί να δημιουργήσει μια νέα θετική προοπτική για την οικονομία. Και η δημιουργία μιας νέας προοπτικής ήταν ακριβώς η αποστολή που είχαμε, ως Κυβέρνηση, αναλάβει. Διανύσαμε μεγάλη απόσταση, έχουμε εξασφαλίζει μια δεύτερη ευκαιρία για τη χώρα μας και συνεχίζουμε την προσπάθεια με την ίδια συνέπεια και την ίδια προσήλωση.


Comments

comments

Σχετικά με τον Συγγραφέα