Η τρέχουσα οικονομική κρίση παρόμοια με την κρίση του 1997;

Η τρέχουσα οικονομική κρίση παρόμοια με την κρίση του 1997;


Του Γιώργου Θεοχαρίδη*

 

Κατά τη διάρκεια του περασμένου μήνα οι παγκόσμιες αγορές είχαν κλυδωνιστεί από την οικονομική κρίση που άρχισε από την Κίνα και η οποία στη συνέχεια επεκτάθηκε και σε άλλα μέρη του κόσμου. Αν βάλουμε τα πράγματα σε μια σειρά θα δούμε ότι κατά τη διάρκεια του Αυγούστου σημειώθηκαν απώλειες πέραν των πέντε τρισεκατομμυρίων δολαρίων από τις παγκόσμιες τιμές των μετοχών. Αυτό συνέβη εν μέσω φόβων ότι ο ρυθμός ανάπτυξης και οι προοπτικές της δεύτερης μεγαλύτερης οικονομίας του κόσμου, της Λαϊκής Δημοκρατίας της Κίνας, είναι σε χειρότερη κατάσταση από ό,τι αναμενόταν προηγουμένως. Πέραν τούτου, η Fed, η Ομοσπονδιακή Κεντρική Τράπεζα των Ηνωμένων Πολιτειών, φαίνεται να είναι έτοιμη να αυξήσει τα επιτόκια, είτε το φθινόπωρο είτε στις αρχές του επόμενου έτους, μετά από ένα περιβάλλον χαμηλών επιτοκίων που διήρκεσε πολλά χρόνια και παρά την επιβράδυνση του ρυθμού ανάπτυξης της παγκόσμιας οικονομίας.

Ορισμένοι υποστηρίζουν ότι η τρέχουσα κρίση είναι παρόμοια με την κρίση του 1997 στην Ανατολική Ασία, που ξεκίνησε από την Ταϊλάνδη και εξαπλώθηκε γρήγορα σε άλλες χώρες της Ασίας, τις αποκαλούμενες «ασιατικές τίγρεις», στην Ινδονησία, τη Μαλαισία, τις Φιλιππίνες και τη Νότια Κορέα. Τα εθνικά νομίσματα και οι χρηματιστηριακές αγορές έκαναν βουτιά σε όλη την περιοχή, ακόμη και σε μακρινές περιοχές όπως η Λατινική Αμερική, ενώ υπήρχε και ο κίνδυνος για μια παγκόσμια ύφεση.

Ωστόσο, ας δούμε σε συντομία πως άρχισε αυτή η κρίση του περασμένου Αυγούστου και ποιοι είναι οι βασικοί λόγοι που την προκάλεσαν.

 

Πως άρχισε

Οι χρηματιστηριακές αγορές της Κίνας και ο χρηματιστηριακός τους δείκτης, ο Shanghai Composite Index, βρισκόταν σε συνεχή ραγδαία ανοδική πορεία κατά τα τελευταία μερικά χρόνια, σε βαθμό που κάποιοι να εκφράζουν φόβους ότι επρόκειτο περί φούσκας η οποία κάποτε θα ξεφούσκωνε. Ο χρηματιστηριακός αυτός δείκτης έφθασε στο πιο ψηλό του σημείο πριν από τα μέσα του περασμένου Ιουνίου, ενώ στη συνέχεια άρχισε να πέφτει με επιταχυνόμενους ρυθμούς. Σε μια προσπάθεια να σώσει τις αγορές των κεφαλαίων, η Κυβέρνηση της Κίνας χρησιμοποίησε επιθετικές τακτικές, όπως επιβάλλοντας απαγόρευση στις ακάλυπτες ανοικτές πωλήσεις, εμποδίζοντας την αρχική προσφορά νέων μετοχών με δημόσια εγγραφή, απαγορεύοντας τις πωλήσεις μετοχών από όλους τους κύριους επενδυτές και συστήνοντας προς τα Κεφάλαια και Ταμεία κρατικής ιδιοκτησίας, καθώς και στους επενδυτές, να αγοράζουν μετοχές για να προκληθεί αύξηση στις τιμές τους.

Στη συνέχεια, σε μια άνευ προηγουμένου κίνηση, πριν από το άνοιγμα των αγορών στις 11 Αυγούστου, η Κεντρική Τράπεζα της Λαϊκής Δημοκρατίας της Κίνας αποφάσισε να προβεί σε υποτίμηση του Γιουάν, (Chinese yuan), του εθνικού νομίσματος της χώρας, κατά 2% περίπου έναντι του δολαρίου και με τον τρόπο αυτό το αποσύνδεσε από το νόμισμα των Ηνωμένων Πολιτειών. Δύο μόλις μέρες μετά την απόφαση αυτή οι Κινέζοι αξιωματούχοι αποφάσισαν να την ανατρέψουν και να σταματήσουν την υποτίμηση, αλλά και να επεμβαίνουν στις αγορές συναλλάγματος όποτε παρίσταται ανάγκη. Από τότε έχουν δαπανήσει σχεδόν 200 δισεκατομμύρια δολάρια στις αγορές συναλλάγματος για να σταματήσουν την υποτίμηση αυτή την οποία οι ίδιοι είχαν αρχίσει. Η Κινεζική αγορά είχε επίσης απώλειες ύψους γύρω στα τεσσεράμισι τρισεκατομμύρια δολάρια από τα μέσα του περασμένου Ιουνίου που οι τιμές της αγοράς είχαν φθάσει στο ψηλότερό τους σημείο.

Εξάλλου, οι κραδασμοί από την Κίνα δεν πέρασαν απαρατήρητοι στις υπόλοιπες περιοχές του πλανήτη, με τις χρηματιστηριακές αγορές να πραγματοποιούν βουτιές η μια μετά την άλλη. Μόνο στις Ηνωμένες Πολιτείες της Αμερικής κατά τον περασμένο μήνα υπήρξαν απώλειες πάνω από δύο τρισεκατομμύρια δολάρια από τις χρηματιστηριακές αγορές, ενώ ο δείκτης αναφοράς MSCI All-Country World Index έπεσε κατά 6.5% τον Αύγουστο, σημειώνοντας την μεγαλύτερή του πτώση από τον Μάιο του 2012. Βέβαια, το ερώτημα στο οποίο θα πρέπει οπωσδήποτε να δοθεί μια απάντηση αφορά στο ποιοι είναι οι βασικοί λόγοι πίσω από αυτή την κρίση.

 

Οι Βασικοί λόγοι πίσω από την κρίση

Ένας προφανής λόγος πίσω από την παρούσα οικονομική κρίση, που έχει την πηγή της στην Κίνα, είναι αναμφίβολα η διαπίστωση εκ μέρους των παγκόσμιων επενδυτών ότι ο ρυθμός ανάπτυξης της Κινεζικής οικονομίας επιβραδύνεται. Η ανάπτυξη του Ακαθάριστου Εγχώριου Προϊόντος (ΑΕΠ) της Κίνας, που ήταν 7.4% για την περσινή χρονιά, ήταν η χαμηλότερη των τελευταίων 24 ετών, ενώ αναμένεται ότι φέτος η Κίνα δεν θα είναι σε θέση να επιτύχει τον στόχο της, που είναι ρυθμός ανάπτυξης ύψους 7%. Ταυτόχρονα, οι επενδυτές φαίνεται να έχουν χάσει την εμπιστοσύνη τους λόγω της ασυνέπειας που επιδείχθηκε στις ενέργειες των Κινέζων αξιωματούχων σε θέματα πολιτικής, με δεδομένα τα όσα έχουν συμβεί τον περασμένο μήνα.

Επιπλέον, λαμβάνοντας υπόψη τις πρόσφατες καλές οικονομικές συνθήκες στις Ηνωμένες Πολιτείες, οι Αμερικανοί αξιωματούχοι εμφανίζονται έτοιμοι να αυξήσουν τα επιτόκια σύντομα, για πρώτη φορά από το 2006, φοβούμενοι μελλοντικά ψηλά επίπεδα πληθωρισμού, μετά από εφαρμογή πολιτικής χρηματικής ποσοτικής χαλάρωσης πολλών ετών. Αυτή η αναμονή προκαλεί περισσότερη πίεση πάνω στις παγκόσμιες μετοχές και είναι για αυτό τον λόγο που παρατηρούμε μια μετακίνηση των επενδυτών στους αποκαλούμενους ασφαλείς παραδείσους, δηλαδή μακριά από το δολάριο και στροφή προς το ευρώ και το Ιαπωνικό γεν, καθώς και σε ομόλογα του Αμερικανικού δημοσίου, ένα φαινόμενο που χαρακτηρίζεται ως «άλμα προς την ποιότητα» (flight to quality).

Τέλος, ορισμένοι υποστηρίζουν ότι αυτό που ζούμε αυτές τις μέρες αποτελεί μια διόρθωση των τιμών. Δηλαδή οι τιμές των μετοχών σε όλο τον κόσμο ήταν φουσκωμένες και με αυτά που συμβαίνουν τώρα οι επενδυτές σπρώχνουν τις τιμές πίσω στην θεμελιώδη τους αξία.

 

*Ο συγγραφέας του άρθρου είναι Αναπληρωτής Καθηγητής Χρηματοοικονομικών στο Cyprus International Institute of Management (CIIM) και Διευθυντής του Μεταπτυχιακού Προγράμματος στις Χρηματοοικονομικές Υπηρεσίες.


Comments

comments

Categories: Οικονομία

Σχετικά με τον Συγγραφέα