Οι αριστεροί ευρωσκεπτικιστές κάνουν λάθος με την Ελλάδα

Οι αριστεροί ευρωσκεπτικιστές κάνουν λάθος με την Ελλάδα

Η αφήγηση της αριστεράς αγνοεί επίσης το γεγονός πως η πολιτική «σκληρής αγάπης» των πιστωτών έχει δουλέψει σε τέσσερις άλλες χώρες: την Ισπανία, την Ιρλανδία, την Πορτογαλία και την Κύπρο

 

Είναι η ελληνική κρίση λόγος για τη Βρετανία για να παραιτηθεί από την Ευρωπαϊκή Ένωση; Αρκετοί αρθρογράφοι της Guardian έχουν υποστηρίζει πως είναι. Πρόκειται, ωστόσο, περί λάθους. Τα συμπεράσματά τους βασίζονται σε μια διαστρεβλωμένη άποψη για το τι συμβαίνει στην Ελλάδα.

Οι δεξιόστροφοι βρετανοί ευρωσκεπτικιστές χαίρονταν εδώ και καιρό με την προοπτική της αποβολής της Ελλάδας από το ευρώ. Παρ’ ότι έριχναν κροκοδείλια δάκρυα για τη δυστυχία του ελληνικού λαού, το κίνητρό τους ήταν να εκμεταλλευτούν την κρίση για να προωθήσουν την εσωτερική πολιτική τους ατζέντα: την έξοδο της Βρετανίας από την ΕΕ.

Το νέο φαινόμενο είναι η άνοδος του αριστερόστροφου ευρωσκεπτικισμού. Αυτός βασίζεται στην αντίληψη πως η Ελλάδα έχει εκφοβιστεί για να δεχτεί τη λιτότητα από άλλες χώρες της ευρωζώνης, με πρώτη τη Γερμανία. Οι προοδευτικοί έχουν καταπιεί αμάσητη την προπαγάνδα που προωθεί η ακροαριστερή κυβέρνηση του ΣΥΡΙΖΑ στην Ελλάδα: πως η ΕΕ είναι μια οργάνωση που παραβιάζει κατάφορα τις δημοκρατικές επιθυμίες των λαών επειδή είναι αποφασισμένη να επιβάλει μια φτωχοποιητική, νεοφιλελεύθερη οικονομική ιδεολογία.

Εάν αυτή η εντύπωση ριζώσει, θα μπορούσε να έχει βαριές συνέπειες. Θα μπορούσε να υπονομεύσει τη στήριξη της αριστεράς στην παραμονή της Βρετανίας στην ΕΕ. Δεδομένου ότι και το κόμμα των Συντηρητικών είναι διχασμένο σε αυτό το ζήτημα, θα υπήρχε μεγάλος κίνδυνος η χώρα να ψηφίσει όχι στο επικείμενο δημοψήφισμα. Ο Ντέιβιντ Κάμερον υπήρξε απερίσκεπτος, καλώντας σε μια τέτοια ψήφο και υποθέτοντας φαιδρά πως μπορούσε να στηριχτεί αποκλειστικά στο ναι των Εργατικών. Όμως η δυνατότητα να κατηγορήσουν τον πρωθυπουργό μετά, δε θα είναι μεγάλη παρηγοριά για τους ευρωπαϊστές προοδευτικούς εάν το αποτέλεσμα θα είναι η έξοδος της Βρετανίας από την ΕΕ.

Υπάρχουν πολλά σωστά στην αφήγηση της αριστεράς για την Ελλάδα. Για παράδειγμα, το ευρώ ήταν σχεδιασμένο με λάθη, και με κλίση προς τον αποπληθωρισμό. Επιπλέον, η Ελλάδα δεν έπρεπε να συμμετάσχει στο νόμισμα, καθώς η οικονομία της δεν ήταν σε αρκετά καλή κατάσταση για να αντέξει τους περιορισμούς της κοινής νομισματικής πολιτικής.

Όταν ξέσπασε η κρίση, θα έπρεπε να επιτραπεί στην Αθήνα να χρεοκοπήσει (μεγάλο μέρος του χρέους της ανήκε τότε σε ξένες τράπεζες) αντί να δανειστεί περισσότερα χρήματα από εταίρους της στην ευρωζώνη. Επίσης, δε θα έπρεπε να της απαιτηθεί να πραγματοποιήσει τόσο αποδυναμωτικά και αυτοκαταστροφικά μέτρα λιτότητας.

Υπάρχουν, ωστόσο, και πολλά που είναι λάθος στην αφήγηση της αριστεράς. Δεν αναφέρει πως η Ελλάδα είχε πολλά, ριζωμένα προβλήματα που προηγούνταν της επιβεβλημένους από τους πιστωτές λιτότητας: ανεμπόδιστη φοροδιαφυγή, μια επιδημία πρόωρης συνταξιοδότησης, έναν παραφουσκωμένο δημόσιο τομέα και έναν ιδιωτικό τομέα παραμορφωμένο από τα ειδικά συμφέροντα. Αυτά τα προβλήματα πρέπει να διορθωθούν προτού μπορέσει η Ελλάδα να ευημερήσει. Δεν βοηθά το να χαρακτηρίσουμε αυτές τις απαραίτητες μεταρρυθμίσεις ως νεοφιλελεύθερες. Τι το προοδευτικό έχει το να μην πληρώνουν οι άνθρωποι τους φόρους τους και να βγαίνουν στη σύνταξη πριν από τα 50;

Η αφήγηση της αριστεράς αγνοεί επίσης το γεγονός πως η πολιτική «σκληρής αγάπης» των πιστωτών έχει δουλέψει σε τέσσερις άλλες χώρες: την Ισπανία, την Ιρλανδία, την Πορτογαλία και την Κύπρο. Τα πράγματα δεν είναι καθόλου ιδανικά, όμως όλες αυτές οι οικονομίες βρίσκονται ξανά σε ανάπτυξη. Η Ελλάδα είχε ξεκινήσει επίσης να αναπτύσσεται, μέχρις ότου η τελευταία συντηρητική κυβέρνηση σταμάτησε να πραγματοποιεί το πρόγραμμα διάσωσης πριν από έναν χρόνο. Η εξάμηνη διακυβέρνηση από τον Αλέξη Τσίπρα, στη συνέχεια, μετέτρεψε την μικρή πτώση σε πλήρη ύφεση.

Ο ΣΥΡΙΖΑ, φυσικά, κατηγορεί τους πιστωτές για την ύφεση, υποστηρίζοντας πως ακολούθησαν μία προμελετημένη πολιτική για να στραγγαλίσουν την οικονομία ώστε να γονατίσουν την κυβέρνηση. Ωστόσο, παρ’ ότι η ευρωζώνη δεν έχει παίξει τον ρόλο του αγγέλου, ο κύριος υπεύθυνος είναι ο ίδιος ο πρωθυπουργός.

Ο Τσίπρας έδωσε εξωτικές προεκλογικές υποσχέσεις, τις οποίες δεν μπορούσε να πραγματοποιήσει. Επέλεξε έναν συγκρουσιακό υποδαυλιστή, τον Γιάνη Βαρουφάκη, ως υπουργό Οικονομικών του. Και απέτυχε να αναπτύξει είτε ένα αξιόπιστο σχέδιο για να φτάσει σε συμφωνία με τους πιστωτές του, είτε ένα πλήρες plan B για την περίπτωση που δεν τα κατάφερνε. Οι προοδευτικοί της Βρετανίας, όσο κι αν συμπάσχουν με τον ελληνικό λαό, δε θα πρέπει να συντάσσονται με αυτού του είδους την ανικανότητα.

Δεν ήταν όμως η ευρωζώνη, και ιδιαίτερα η Γερμανία, που ποδοπάτησε τις δημοκρατικά εκφρασμένες επιθυμίες του λαού; Στην πραγματικότητα όχι. Δεν υπάρχει καμία θεωρία στη δημοκρατία υπό την οποία οι πολιτικοί μιας χώρας πρέπει να κάνουν αυτό που θέλει ο λαός μιας άλλης χώρας. Οι γερμανοί ηγέτες εκλέχθηκαν για να εκπροσωπήσουν τον δικό τους λαό, όχι τους έλληνες. Θα ήμασταν πολύ θυμωμένοι εάν ο Κάμερον ξεκινούσε να κάνει αυτό που απαιτούν, για παράδειγμα, οι πολωνοί, και όχι αυτό που θέλουμε εμείς.

Φυσικά, οι χώρες θα πρέπει να προσπαθούν να βοηθούν η μία την άλλη – ιδιαίτερα οι κοντινοί σύμμαχοι που μοιράζονται το ίδιο νόμισμα. Δεν είναι όμως αλήθεια πως η ευρωζώνη δεν έχει δείξει καθόλου αλληλεγγύη. Παρ’ ότι πολλά από τα χρήματα χρησιμοποιήθηκαν για τη διάσωση ξένων τραπεζών, ένα μεγάλο κομμάτι πήγε στη διάσωση των ελληνικών τραπεζών, ενώ ένα άλλο χρησιμοποιήθηκε για να καλύψει το δημοσιονομικό έλλειμμα της Αθήνας. Επιπροσθέτως, οι πιστωτές έχουν ήδη δώσει στην Ελλάδα κάποια ελάφρυνση χρέους, συμφωνώντας σε χαμηλά επιτόκια και δίνοντας στη χώρα μεγάλα χρονικά περιθώρια για να ξεπληρώσει τα δάνειά της.

Οι χώρες της ευρωζώνης δεν έδωσαν ούτε κατά προσέγγιση όση βοήθεια θα μπορούσαν στην Ελλάδα. Τι δουλειά έχει αυτό, ωστόσο, με τη συμμετοχή της Βρετανίας στην ΕΕ; Η Βρετανία δε συμμετέχει στο ευρώ, και αν αποσυρόταν από την ΕΕ, αυτό δε θα βοηθούσε στο ελάχιστο τους έλληνες.

Αυτό που θα έκανε θα ήταν να θυσιάζει τα ίδια της τα συμφέροντα. Θα συμβιβαζόταν με μια δεύτερης κατηγορίας πρόσβαση στην ενιαία αγορά της Ευρώπης, η οποία αντιστοιχεί στο μισό του εμπορίου της. Ταυτόχρονα, θα υπονόμευε τη δυνατότητά της να αντιμετωπίσει ένα εύρος προκλήσεων – όπως η κλιματική αλλαγή, το οργανωμένο έγκλημα, η τρομοκρατία και ο ρωσικός μιλιταρισμός – που ξεπερνούν τα σύνορα. Αυτό δε θα ήταν καλό για τη Βρετανία. Και στην πραγματικότητα δε θα ήταν καλό ούτε για την Ελλάδα. Πηγή: Πρώτο Θέμα


Comments

comments

Categories: Πολιτική

Σχετικά με τον Συγγραφέα