Προτεραιότητα μας είναι η πάταξη της διαφθοράς

Προτεραιότητα μας είναι η πάταξη της διαφθοράς


Συνέντευξη με τον Γενικό Εισαγγελέα της Δημοκρατίας κ. Κώστα Κληρίδη

 

Είχαμε την τιμή και τη χαρά να συναντήσουμε τον κ. Κώστα Κληρίδη και να πάρουμε τη συνέντευξη που ακολουθεί. Στον κ. Κώστα Κληρίδη, ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας ανέθεσε το υψηλό λειτούργημα του Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας. Ένα αξίωμα νευραλγικής σημασίας που προϋποθέτει υψηλό ήθος, ακεραιότητα χαρακτήρα, αυξημένο περί δικαίου αίσθημα και άριστη νομική γνώση και εμπειρία. Προσόντα τα οποία κατέχει ο κ. Κληρίδης. Το βάρος δε που αναλαμβάνει είναι τεράστιο και ειδικά κάτω από τις πρωτόγνωρες συνθήκες τις οποίες βιώνει ο τόπος μας.

Ο λαός απαιτεί να αποδοθεί δικαιοσύνη για τα όσα έχει υποστεί. Και όπως είπε ο ίδιος ο κ. Κληρίδης, η κρίση δεν περιορίζεται μόνο στην οικονομία αλλά έχει περάσει σε θεσμούς και αξίες. Η εμπιστοσύνη του κόσμου έχει κλονισθεί. Πρέπει να γίνει η επαναφορά της αξιοπιστίας των θεσμών, να υπάρξει ικανοποίηση της συλλογικής περί δικαίου συνείδησης του λαού και να γίνουν προσπάθειες για την επικράτηση του Κράτους Δικαίου.

Του ευχόμαστε κάθε επιτυχία στο εξαιρετικά δύσκολο έργο του και ευχόμαστε να αποτελέσει λαμπρό πρότυπο ηθικής, παρόλο που σίγουρα κάποιοι θα δυσαρεστηθούν πολύ από τις αποφάσεις του.

 

 

ΕΡ: Κύριε Κληρίδη, πότε θα πρέπει να αναμένουμε την ολοκλήρωση της ποινικής έρευνας για την οικονομία;

ΑΠ: Ο συνολικός χρόνος ο οποίος θα απαιτηθεί για την πλήρη ολοκλήρωση της ποινικής έρευνας για την οικονομία, ασφαλώς δεν μπορεί να προσδιοριστεί. Πρόκειται για μια πρωτόγνωρη για τα Κυπριακά δεδομένα και πολύπτυχη διερεύνηση του ενδεχομένου διάπραξης οικονομικής φύσεως αδικημάτων από μεγάλο αριθμό προσώπων και οργανισμών, η οποία διεξάγεται με τη δέουσα υπό τις περιστάσεις σπουδή και προσοχή. Στόχος είναι ασφαλώς η συμπλήρωσή της το συντομότερο δυνατό, χωρίς όμως η επίτευξη του στόχου τούτου να θέτει σε δεύτερη μοίρα την αναγκαιότητα όπως γίνει σωστή και ποιοτική δουλειά, χωρίς να αφεθούν κενά και να διαπραχθούν λάθη, τα οποία θα αποβούν αργότερα ζημιογόνα κατά την παρουσίαση υποθέσεων ενώπιον των Δικαστηρίων. Είναι δε η πρόθεση της Νομικής Υπηρεσίας όπως, στην πορεία της διερεύνησης και χωρίς να αναμένεται η πλήρης ολοκλήρωσή της, οποιεσδήποτε υποθέσεις μπορούν να συμπληρωθούν αυτοτελώς, έστω και αν συνδέονται με άλλες που βρίσκονται ακόμα υπό διερεύνηση, να άγονται ενώπιον Δικαστηρίου.

 

ΕΡ: Μπορείτε να μας πείτε τι υποθέσεις αναφορικά με την οικονομική κρίση εξετάζονται αυτή τη στιγμή από την Υπηρεσία σας;

ΑΠ: Οι υποθέσεις οι οποίες διερευνώνται μέσα στο πλαίσιο των ποινικών ανακρίσεων ως προς την κατάρρευση του τραπεζικού μας συστήματος, αφορούν σε ποικίλης μορφής αδικήματα που ενδεχόμενα έχουν διαπραχθεί μεταξύ των ετών 2006-2013. Πρόκειται για αδικήματα συνωμοσίας, καταδολίευσης, διαφθοράς, ξεπλύματος χρήματος, απόσπασης με ψευδείς παραστάσεις, αδικήματα κατά παράβαση του περί Εταιρειών Νόμου, των Νόμων περί Χρηματιστηρίου, κλπ.

 

ΕΡ: Έχετε δηλώσει ενώπιον της Επιτροπής Θεσμών ότι στην κατάρρευση του τραπεζικού τομέα και της οικονομίας, συνέτεινε αριθμός φυσικών και νομικών προσώπων αλλά και οργανισμοί. Μπορείτε να μας πείτε κάτι περισσότερο; Πότε θα προχωρήσετε σε ποινικές διώξεις; Θα δούμε επώνυμους να οδηγούνται στη δικαιοσύνη;

ΑΠ: Εκείνο το οποίο μπορεί να λεχθεί είναι ότι κάτω από το μικροσκόπιο της ομάδας των ανακριτών, βρίσκεται πράγματι μεγάλος αριθμός προσώπων, εταιρειών και οργανισμών, τόσο στην Κύπρο όσο και στο εξωτερικό, που έχουν διαδραματίσει κάποιο ρόλο σε επί μέρους ή σε γενικότερα θέματα που διερευνώνται. Εάν εναντίον αυτών των προσώπων ή οποιωνδήποτε άλλων, προκύψει ικανοποιητική μαρτυρία και μπορεί να στοιχειοθετηθεί ποινική υπόθεση, αυτοί θα διωχθούν ποινικά, είτε είναι επώνυμοι είτε όχι, είτε κατέχουν ή κατείχαν τη μια ιδιότητα ή την άλλη.

 

ΕΡ: Πότε θα λύσετε τη σιωπή σας ως προς το θέμα του Διοικητή. Εσείς αφήσατε να αιωρείται το θέμα, ως προς το κατά πόσο αποφασίσατε ή όχι να διώξετε ποινικά τον Διοικητή της Κεντρικής Τράπεζας. Πότε θα ξεκαθαρίσει αυτό το ζήτημα;

ΑΠ: Ως Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας, προϊστάμενος της Νομικής Υπηρεσίας, ουδέποτε άφησα να αιωρείται θέμα του Διοικητή της Κεντρικής Τράπεζας, απλούστατα διότι εγώ ουδέποτε έθεσα δημόσια το θέμα της ενδεχόμενης δίωξης του. Όπως καλά γνωρίζετε, το όλο θέμα δημιουργήθηκε μετά από δημοσίευμα ημερήσιας εφημερίδας και όπως έχω τονίσει σε σχετική ανακοίνωση την οποία εξέδωσα, ο Γενικός Εισαγγελέας εργάζεται σιωπηρά ενόσω εξετάζει ένα θέμα, η δε δημοσιοποίηση στον Τύπο από οποιαδήποτε άλλη πηγή, δεν εναποθέτει στον ίδιο καμιά ευθύνη και κανένα καθήκον να διαψεύδει ή επιβεβαιώνει πληροφορίες τις οποίες ο ίδιος δεν έκρινε σκόπιμο, ή έκρινε ζημιογόνο να δημοσιοποιήσει.

 

ΕΡ: Θεωρείτε ορθό να αφήνονται να αιωρούνται τέτοιες αιχμές για έναν ανεξάρτητο αξιωματούχο του Κράτους;

ΑΠ: Υπό το φώς των όσων έχω αναφέρει πιο πάνω, την τυχόν ευθύνη για το ότι αιωρούνται αιχμές για ένα ανεξάρτητο αξιωματούχο του Κράτους, δεν τη φέρει ο Γενικός Εισαγγελέας ο οποίος προσπαθεί να επιτελέσει σιωπηρά και με εχεμύθεια τα καθήκοντα του, αλλά ευθύνονται όσοι δημοσιοποιούν τέτοια θέματα. Ούτε και το γεγονός ότι δημοσιοποιήθηκε ένα τέτοιο θέμα θα πρέπει να συνιστά τούτο άσκηση πίεσης στον Γενικό Εισαγγελέα να ενεργήσει προς τη μια ή την άλλη κατεύθυνση.

 

ΕΡ: Γιατί ενημερώσατε τον Πρόεδρο της Δημοκρατίας ως προς την έκβαση της υπόθεσης με τον Διοικητή; Κάποιοι, κακεντρεχείς αν θέλετε, θα μπορούσαν να σας κατηγορήσουν για «συναλλαγή»…

ΑΠ: Δεν επιθυμώ να σχολιάσω καθόλου το ουσιαστικό περιεχόμενο αυτής της ερώτησης, περιοριζόμενος γενικά να αναφέρω ότι σε καμιά περίπτωση ο Γενικός Εισαγγελέας προβαίνει σε συναλλαγές, ενεργώντας πάντοτε αυτόβουλα και ανεξάρτητα.

 

 

Αναγκαίες οι κατά καιρούς τροποποιήσεις του Συντάγματος

 

ΕΡ: Όπως δηλώσατε στην τελετή ορκωμοσίας σας, «η κρίση έχει περάσει σε θεσμούς και σε αξίες». Με ποιούς τρόπους μπορεί να γίνει η επαναφορά της αξιοπιστίας των θεσμών στη συνείδηση του κόσμου;

ΑΠ: Η επαναφορά της αξιοπιστίας των θεσμών μπορεί σταδιακά να επιτευχθεί εάν εκλείψουν τα φαινόμενα διαφθοράς και διαπλοκής στη δημόσια ζωή και τονωθεί το περί δικαίου αίσθημα του απλού πολίτη. Σημαντικό ρόλο θα έχει προς τούτο να διαδραματίσει, ο εντοπισμός και τιμωρία υπαιτίων για την τραγική κατάσταση στην οποία έχει περιέλθει η οικονομία μας. Η εξυγίανση της πολιτικής ζωής θα παίξει εξίσου σημαντικό ρόλο.

 

ΕΡ: Στους πολίτες είναι πολύ έντονο το αίσθημα της ατιμωρησίας. Πώς μπορεί να υπάρξει ικανοποίηση της συλλογικής περί δικαίου συνείδησης του λαού; Ποιές προσπάθειες γίνονται από την Νομική Υπηρεσία για την επικράτηση του Κράτους Δικαίου;

ΑΠ: Δικαιολογημένο παρουσιάζεται να είναι το αίσθημα της ατιμωρησίας μεταξύ των πολιτών, το οποίο και οφείλεται στο ότι στο παρελθόν σοβαρά συμβάντα και καταστάσεις πραγμάτων, είτε δεν οδηγήθηκαν ποτέ ενώπιον της δικαιοσύνης, είτε δεν επιτεύχθηκαν καταδίκες προσώπων που κατηγορήθηκαν ως υπαίτιοι. Η Νομική Υπηρεσία και προσωπικά ο Γενικός Εισαγγελέας έχουν θέσει ως πρώτη προτεραιότητά τους την πάταξη της διαφθοράς και την επικράτηση του Κράτους Δικαίου. Για την επίτευξη αυτού του σκοπού, καταβάλλεται εδώ και καιρό μια συστηματική και εντατική διερεύνηση του ενδεχομένου διάπραξης ποινικών αδικημάτων που σχετίζονται με τα πρόσφατα γεγονότα που οδήγησαν στην κατάρρευση του τραπεζικού μας συστήματος, καθώς επίσης παράλληλα διερευνάται και η ενδεχόμενη διάπραξη αδικημάτων διαφθοράς από πρόσωπα σε δημόσιες θέσεις. Μερικές τέτοιας φύσεως υποθέσεις έχουν ήδη οδηγηθεί στα Δικαστήρια.

 

ΕΡ: Πρέπει να αναθεωρηθεί το σύστημα απονομής της Δικαιοσύνης στην Κύπρο; Υπάρχουν κάποιες αντιφάσεις στο σύστημα που κάνουν την αναθεώρησή του απαραίτητη; Πολλοί ισχυρίζονται ότι πρέπει να εκμοντερνιστεί και να εκσυγχρονιστεί.

ΑΠ: Το σύστημα απονομής της Δικαιοσύνης στην Κύπρο είναι γενικά αξιόπιστο και αποτελεσματικό και λειτουργεί αποτελούμενο από ανεξάρτητους θεσμούς, όπως είναι οι διωκτικές αρχές, η Νομική Υπηρεσία και ασφαλώς τα Δικαστήρια. Αδιαμφισβήτητα όμως, το όλο σύστημα παρουσιάζει ελλείψεις και αδύνατα σημεία, το σημαντικότερο των οποίων είναι οι καθυστερήσεις στην εκδίκαση των υποθέσεων που άγονται στα Δικαστήρια. Αυτό οφείλεται σε διάφορους παράγοντες μεταξύ των οποίων είναι η υποστελέχωση του Δικαστηρίου από απόψεως ανθρώπινου δυναμικού, ήτοι δικαστών, στενογράφων και διοικητικού προσωπικού, οι πεπαλαιωμένοι θεσμοί πολιτικής δικονομίας οι οποίοι δεν υποβοηθούν στην ομαλή και σύντομη διεκπεραίωση των δικών, ή έλλειψη μηχανογράφησης, η μεγάλη αύξηση των υποθέσεων που οδηγούνται στα Δικαστήρια κλπ. Είναι επομένως αδήριτη και επείγουσα η ανάγκη όπως διενεργηθούν ουσιαστικές τομές στους μηχανισμούς απονομής της Δικαιοσύνης.

 

ΕΡ: Πρέπει να τροποποιηθεί το Σύνταγμα κατά την άποψη σας;

ΑΠ: Εκεί όπου κρίνεται ότι κάποιες πρόνοιες του Συντάγματος της Κυπριακής Δημοκρατίας χρήζουν τροποποίησης, προωθείται, και αρκετά συχνά μάλιστα η θέσπιση νομοθεσιών με τις οποίες επιφέρεται κατάργηση ή διαφοροποίηση προνοιών οι οποίες κρίνονται ως εμπόδιο στον εκσυγχρονισμό κάποιας πτυχής στον τομέα απονομής της Δικαιοσύνης. Υπενθυμίζεται ότι το Σύνταγμα της Δημοκρατίας καταρτίστηκε και τέθηκε σε εφαρμογή κατά το 1960 και ασφαλώς η ανάγκη εκσυγχρονισμού κάποιων εκ των προνοιών του, κρίνεται κατά καιρούς αναγκαία.

 

 

Η Υπηρεσία είναι υποστελεχωμένη – Απαραίτητη η καλή συνεργασία με τον Βοηθό

 

ΕΡ: Το έργο της Νομικής Υπηρεσίας είναι τεράστιο και συνεχώς αυξάνονται οι σοβαρές υποθέσεις διαφθοράς ενώπιον της Υπηρεσίας. Είναι σε θέση η Υπηρεσία να εξετάσει και να επιληφθεί όλων των θεμάτων με το αυξανόμενο φόρτο εργασίας; Αξιοποιούνται όλες οι δυνατότητες της Υπηρεσίας; Υπάρχουν αρκετοί λειτουργοί για να διεκπεραιώσουν αυτό το έργο;

ΑΠ: Είναι γεγονός αδιαμφισβήτητο ότι ο όγκος εργασίας τον οποίο έχει να διεκπεραιώσει η Νομική Υπηρεσία έχει αυξηθεί δραματικά κατά τους τελευταίους μήνες, κυρίως λόγω των αποφάσεων που είχαν ληφθεί στο Eurogroup και της συνεπακόλουθης υποχρέωσης για υλοποίηση τους. Σ΄ αυτή τη διαδικασία εμπλέκονται πολύπτυχα και πρωτόγνωρα νομικά ζητήματα, σε σχέση με τα οποία η εκτελεστική εξουσία και ενίοτε και η νομοθετική, επιζητεί τη συνδρομή της Νομικής Υπηρεσίας. Περαιτέρω, σε σχέση και πάλι με το θέμα τούτο, η Νομική Υπηρεσία έχει την υποχρέωση να εκπροσωπεί τη Δημοκρατία και όργανα της, σε χιλιάδες υποθέσεις οι οποίες καταχωρήθηκαν είτε στο Ανώτατο Δικαστήριο, είτε στα Επαρχιακά Δικαστήρια από φυσικά ή νομικά πρόσωπα τα οποία επηρεάστηκαν δυσμενώς από τις ληφθείσες αποφάσεις που σχετίζονται με τη δεινή κατάσταση του τραπεζικού μας συστήματος. Άλλος πρόσθετος όγκος εργασίας σχετίζεται ασφαλώς με τις συνεχιζόμενες ποινικές έρευνες για την κατάσταση στην οποία περιήλθε η οικονομία μας καθώς και με διάφορες άλλες ποινικές υποθέσεις για αδικήματα διαφθοράς, οι οποίες αποκαλύπτονται με αυξανόμενο ρυθμό.

Παρά ταύτα όμως, η Νομική Υπηρεσία, όχι μόνο δεν έτυχε ενδυνάμωσης έτσι ώστε να μπορεί να αντεπεξέλθει αποτελεσματικά στον αυξανόμενο όγκο εργασίας που έχει να διεκπεραιώσει, αλλά αντίθετα αντιμετωπίζει σοβαρό πρόβλημα υποστελέχωσης, λόγω της απαγόρευσης πλήρωσης πολλών θέσεων προαγωγής, περιλαμβανομένων θέσεων Εισαγγελέων και θέσεων πρώτου διορισμού, θέσεων οι οποίες παραμένουν κενές μετά την πρόωρη ή κανονική αποχώρηση από την Υπηρεσία ικανών στελεχών. Έχω θέσει το θέμα τούτο επιτακτικά υπόψη του Υπουργείου Οικονομικών και αναμένω ότι θα εγκριθεί η λήψη κάποιων μέτρων απάμβλυνσης του προβλήματος, διαφορετικά η Νομική Υπηρεσία θα αδυνατεί να επιτελέσει τα καθήκοντα της κατά τον τρόπο που αναμένεται από αυτή.

 

ΕΡ: Οι σχέσεις σας με τον Βοηθό Γενικό Εισαγγελέα πώς είναι; Συνεργάζεστε;

ΑΠ: Με τον Βοηθό Γενικό Εισαγγελέα συνεργαζόμαστε επί όλων των θεμάτων εκεί όπου αυτό απαιτείται, για την καλύτερη διεκπεραίωση των εργασιών της Νομικής Υπηρεσίας.

 

ΕΡ: Διαχωρίσατε κάποιους τομείς ώστε το έργο σας, ως οι δυο ανώτατοι Νομικοί άρχοντες του τόπου να μπορείτε να χειρίζεστε τα θέματα πιο ευέλικτα;

ΑΠ: Στη Νομική Υπηρεσία υπάρχει και υπήρχε από παλαιότερα κατανομή εργασίας σε ξεχωριστούς Τομείς στους οποίους ανήκουν οι λειτουργοί της Υπηρεσίας. Τέτοιοι είναι π.χ. οι τομείς Ποινικού Δικαίου, Αστικού Δικαίου, Διοικητικού Δικαίου, Ευρωπαϊκού Δικαίου κλπ.

Δυστυχώς όμως, λόγω του αυξανόμενου όγκου εργασίας όλοι οι λειτουργοί αναγκάζονται να αναλαμβάνουν υποθέσεις από όλους σχεδόν τους τομείς και είναι μόνο λόγω της ευσυνειδησίας και της κοπιώδους εργασίας τους που δεν έχει ακόμα καταρρεύσει το όλο σύστημα, το οποίο έχει ξεπεράσει κατά πολύ τα όρια του. Έχω αρχίσει τη διαδικασία επακριβούς διάγνωσης των προβλημάτων και εξεύρεσης λύσεων μέσω της αναδιάρθρωσης του συστήματος διαχωρισμού Τομέων και κατανομής της εργασίας, πλην όμως χωρίς την ουσιαστική συνδρομή της Πολιτείας, με την κάλυψη τουλάχιστον των κενών σε υφιστάμενες θέσεις προσωπικού, καμιά σημαντική βελτίωση δεν μπορεί να αναμένεται.

 

 

Υπηρέτης του Δικαίου είτε ως Δικαστής  είτε ως Γενικός Εισαγγελέας

 

ΕΡ: Θα σας ζητούσα να μας κάνατε μια σύγκριση μεταξύ των δυο θέσεων που κατείχατε. Δικαστής ή Γενικός Εισαγγελέας;

ΑΠ: Παρόλο ότι οι θέσεις του Δικαστή αφ’ ενός και του Γενικού Εισαγγελέα αφ’ ετέρου είναι τεταγμένες και οι δύο στην ύψιστη βαθμίδα των μηχανισμών απονομής της δικαιοσύνης και οι κάτοχοι τους επιτελούν σοβαρότατο έργο προς την ίδια αυτή κατεύθυνση, εν τούτοις έκδηλα υπάρχουν μεταξύ τους πολλές διαφορές. Ο Γενικός Εισαγγελέας είναι στην ουσία δικηγόρος και νομικός σύμβουλος σε υποθέσεις που εμπλέκεται το Κράτος και υπεύθυνος για την εμπέδωση του κράτους δικαίου μέσω ποινικών διώξεων, εκεί όπου διαπιστώνονται παραβιάσεις της νομοθεσίας. Με αυτή την έννοια, ο Γενικός Εισαγγελέας έχει το καθήκον είτε να προωθεί είτε να υπερασπίζεται τα συμφέροντα του Κράτους ενώπιον των Δικαστηρίων ή και εκτός. Ο Δικαστής όμως είναι ο ανεξάρτητος και αμερόληπτος κριτής των δικαίων των ενώπιον του διαδίκων, όποιοι και αν είναι αυτοί και υπό το φως των όσων τίθενται ενώπιον του. Ουσιαστική σύγκριση μεταξύ των δύο θέσεων δεν μπορεί να υπάρξει λόγω των διαφορετικών ρόλων που οι φορείς τους διαδραματίζουν. Ούτε και θέμα προτίμησης στην υπηρεσία στη μια θέση έναντι της άλλης τίθεται. Το μόνο θέμα που τίθεται είναι η συνεχής προσπάθεια από οποιαδήποτε δημόσια θέση και αν τάχθηκε να υπηρετεί κάποιος, να είναι πραγματικός υπηρέτης του Δικαίου.

 

——————————

 

Κώστας Κληρίδης

Σύντομο Βιογραφικό

Γεννήθηκε στη Λευκωσία το 1952 και απεφοίτησε από το Παγκύπριο Γυμνάσιο το 1970.
Μετά από διετή θητεία στην Εθνική Φρουρά στην οποία υπηρέτησε ως έφεδρος ανθυπολοχαγός, μετέβη για νομικές σπουδές στο Λονδίνο και αναγορεύθηκε σε barrister – at – law από το Middle Temple.
Με την επιστροφή του στην Κύπρο, άσκησε τη δικηγορία για 10 χρόνια σαν συνεταίρος στο δικηγορικό γραφείο «Λεύκος Κληρίδης και Υιοί». Υπηρέτησε για σειρά ετών ως εκλεγμένο μέλος της επιτροπής του Δικηγορικού Συλλόγου Λευκωσίας και εκτελεστικός της Γραμματέας. Δημοσίευσε διάφορα άρθρα στον εγχώριο τύπο και σε νομικά περιοδικά επί διαφόρων θεμάτων νομικού και κοινωνικού ενδιαφέροντος.
Κατά το 1988 διορίστηκε από το Ανώτατο Δικαστικό Συμβούλιο στη θέση του Επαρχιακού Δικαστού και προήχθη στη θέση του Ανώτερου Επαρχιακού Δικαστού κατά το 1996. Εξελέγη Γραμματέας της Επιτροπής της Ένωσης Δικαστών Κύπρου. Κατά το 1997 προήχθη στη θέση Προέδρου Επαρχιακού Δικαστηρίου. Έκτοτε υπηρέτησε ως Πρόεδρος του Κακουργιοδικείου Λεμεσού, διοικητικός Πρόεδρος των Επαρχιακών Δικαστηρίων Λάρνακας – Αμμοχώστου και από τον Μάρτιο του 2008 ως διοικητικός Πρόεδρος των Επαρχιακών Δικαστηρίων Λευκωσίας – Κερύνειας.
Διορίστηκε μέλος του Ανωτάτου Δικαστηρίου στις 27 Απριλίου 2009.

Εκπροσώπησε την Κύπρο σε διάφορα διεθνή και Ευρωπαϊκά συνέδρια.
Κατά την 16η Σεπτεμβρίου 2013 διορίστηκε από τον Πρόεδρο της Δημοκρατίας στη θέση του Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας.
Είναι νυμφευμένος και έχει ένα υιό.


Comments

comments

Σχετικά με τον Συγγραφέα