Πώς η παρεμβατικότητα της ΕΕ έδιωξε τη Βρετανία

Πώς η παρεμβατικότητα της ΕΕ έδιωξε τη Βρετανία


 

Ένας σκεπτόμενος βρετανός ανέφερε πριν από μερικές ημέρες πως θα ψηφίσει «Remain» στο δημοψήφισμα του Ηνωμένου Βασιλείου, λόγω της ανησυχίας του για την οικονομική αβεβαιότητα που θα ακολουθούσε εάν το ΗΒ αποχωρήσει από την Ευρωπαϊκή Ένωση. Προσέθεσε, ωστόσο, πως δε θα είχε στηρίξει την απόφαση της Βρετανίας να μπει στην ΕΕ το 1973, εάν γνώριζε πώς θα εξελισσόταν η ένωση.

Παρότι οι ψηφοφόροι επέλεξαν την έξοδο για ποικίλους λόγους, πολλοί ανησυχούσαν για τον τρόπο που οι ηγέτες της ΕΕ ξεπέρασαν την αρχική τους εντολή, δημιουργώντας μια ακόμη μεγαλύτερη και πιο παρεμβατική οργάνωση.

Το όραμα του Ζαν Μονέ για τις Ηνωμένες Πολιτείες Ευρώπης δεν ήταν αυτό που ήθελαν οι βρετανοί όταν μπήκαν στην ΕΕ πριν από 40 χρόνια. Ούτε και αναζητούσαν ένα ευρωπαϊκό αντίβαρο στις Ηνωμένες Πολιτείες, όπως είχε κάποτε υποστηρίξει ο Κόνραντ Αντενάουερ, ο πρώτος μεταπολεμικός καγκελάριος της Γερμανίας. Η Βρετανία ήθελε απλά τα πλεονεκτήματα της αυξημένης εμπορικής και εργασιακής ενοποίησης, με χώρες πέραν της Μάγχης.

Η ΕΕ ξεκίνησε ως συμφωνία μεταξύ έξι χωρών για να πετύχουν ελεύθερο εμπόριο αγαθών και κεφαλαίων και να περιορίσουν τα εμπόδια στην κινητικότητα της εργατικής δύναμης. Όταν οι ηγέτες της ΕΕ επιχείρησαν να ενισχύσουν το αίσθημα ευρωπαϊκής αλληλεγγύης δημιουργώντας μια νομισματική ένωση, η Βρετανία επέλεξε να εξαιρεθεί και να διατηρήσει τη λίρα – και τον έλεγχο επί της νομισματικής πολιτικής. Ωστόσο, η εξαίρεσή της έχει αφήσει τη Βρετανία εκτός του κατεστημένου κύκλου στην ΕΕ.

Καθώς η ΕΕ επεκτάθηκε από έξι χώρες σε 28, η Βρετανία δεν μπορούσε να περιορίσει μόνιμα την είσοδο στην αγορά εργασίας της σε εργαζόμενους από τα νέα κράτη μέλη. Ως αποτέλεσμα, ο αριθμός των ξένων εργαζομένων στη Βρετανία έχει διπλασιαστεί από το 1993, ξεπερνώντας τα έξι εκατομμύρια, ή το 10% της εργατικής δύναμης, με τους περισσότερους να προέρχονται από χαμηλόμισθες χώρες που δε βρίσκονταν μεταξύ των πρώτων μελών της ΕΕ.

Παρότι οι ψηφοφόροι του Brexit ανησυχούν για την πίεση που θα προκύψει στους βρετανικούς μισθούς, γενικών δεν απορρίπτουν τους αρχικούς στόχους του αυξημένου εμπορίου και των ροών κεφαλαίων, που αποτελούν την ουσία της παγκοσμιοποίησης. Κάποιοι υπερασπιστές του Brexit  μπορεί να υποδείξουν το παράδειγμα της επιτυχούς συμφωνίας ελεύθερου εμπορίου των ΗΠΑ με τον Καναδά και το Μεξικό, η οποία δεν περιέχει καμία πρόβλεψη για τη μετακίνηση της εργατικής δύναμης.

Σε αντίθεση με τη Βρετανία, οι υπόλοιπες χώρες της ΕΕ, με πρώτες τη Γαλλία και τη Γερμανία, ήθελαν περισσότερα από το ελεύθερο εμπόριο και τη μεγαλύτερη αγορά εργασίας. Από το ξεκίνημα, οι ευρωπαίοι ηγέτες ήταν αποφασισμένοι να επεκτείνουν το «ευρωπαϊκό σχέδιο» για να πετύχουν αυτό που η Συνθήκη της Ρώμης περιγράφει ως «όλο και στενότερη ένωση». Οι υποστηρικτές της μεταβίβασης της εξουσίας στους θεσμούς της ΕΕ το έχουν δικαιολογήσει αυτό με την ιδέα της «κοινής κυριαρχίας», σύμφωνα με την οποία η βρετανική κυριαρχία θα μπορούσε να υπονομευτεί από τις αποφάσεις της ΕΕ, χωρίς καμία επίσημη συμφωνία από την κυβέρνηση ή τον λαό του Ηνωμένου Βασιλείου.

Η «Συμφωνία Σταθερότητας και Ανάπτυξης» του 1998 επέβαλε όριο στα ετήσια ελλείμματα των κρατών μελών και προέβλεπε πως τα ποσοστά χρέους προς ΑΕΠ θα πρέπει να μειωθούν με μέγιστο το 60%. Όταν ξέσπασε η παγκόσμια χρηματοπιστωτική κρίση το 2008, η γερμανίδα καγκελάριος Άνγκελα Μέρκελ είδε μια ευκαιρία να ενισχύσει ακόμη περισσότερο την ΕΕ, εισάγοντας ένα νέο «δημοσιονομικό σύμφωνο», αναθέτοντας στην Ευρωπαϊκή Κομισιόν να επιβλέπει τους ετήσιους προϋπολογισμούς των μελών και να επιβάλει πρόστιμα για την παράβαση δημοσιονομικών και στόχων χρέους (παρότι δεν έχει εισπραχθεί κανένα πρόστιμο). Η Γερμανία ηγήθηκε επίσης μιας κίνησης για τη δημιουργία μιας ευρωπαϊκής «τραπεζικής ένωσης», με ένα κοινό ρυθμιστικό πλαίσιο και έναν δεσμευτικό μηχανισμό εξυγίανσης για τα προβληματικά χρηματοπιστωτικά ιδρύματα.

Δεν επηρέασαν άμεσα το Ηνωμένο Βασίλειο όλες αυτές οι πολιτικές, ωστόσο, διεύρυναν το πνευματικό και πολιτικό χάσμα μεταξύ Βρετανίας και τα μέλη της ευρωζώνης. Αυτό ενίσχυσε τη θεμελιώδη διαφορά μεταξύ των βρετανικών κυβερνήσεων που είναι προσανατολισμένες υπέρ της αγοράς, και πολλών χωρών χωρών της ΕΕ με παράδοση σοσιαλισμού, κρατικού σχεδιασμού και παρεμβατικών ρυθμίσεων.

Ο διαχωρισμός των εξουσιών της γραφειοκρατίας της ΕΕ και των μελών κρατών διέπεται από τη διφορούμενη αρχή – δανεισμένη από την Καθολική κοινωνική διδασκαλία – της «επικουρικότητας»: οι αποφάσεις θα πρέπει να λαμβάνονται στο «χαμηλότερο» ή το λιγότερο κεντροποιημένο επίπεδο «ικανής αρχής». Στην πράξη, αυτό δεν περιόρισε τη δυνατότητα δημιουργίας κανονισμών στις Βρυξέλλες και το Στρασβούργο. Η επικουρικότητα παρέχει πολύ λιγότερη προστασία στις κυβερνήσεις της ΕΕ απ’ ότι η Δέκατη Τροποποίηση του αμερικανικού συντάγματος – η οποία αρνείται στην ομοσπονδιακή κυβέρνηση οποιαδήποτε εξουσία που δεν της παραχωρείται από το Σύνταγμα – για τις πολιτείες των ΗΠΑ.

Οι βρετανοί πολίτες δεν είναι φυσικά οι μόνοι που δυσαρεστούνται με την ΕΕ. Μια πρόσφατη δημοσκόπηση που πραγματοποιήθηκε στις χώρες της ΕΕ από το Pew Foundation βρήκε πως η πλειοψηφία των ψηφοφόρων στις τρεις μεγαλύτερες οικονομίες – Βρετανία, Γαλλία και Ισπανία – βλέπουν την ΕΕ αρνητικά. Στη Γερμανία, ο κόσμος είναι διχασμένος 50-50. Στην Ιταλία, μια ξεκάθαρη πλειοψηφία απάντησε πως έχει επωφεληθεί από τη συμμετοχή στην ΕΕ, όμως παρ’ όλα αυτά το λαϊκιστικό Κίνημα των Πέντε Αστέρων, το οποίο κέρδισε τις δημοτικές εκλογές στις 19 από τις 20 πόλεις που συμμετείχε (συμπεριλαμβανομένου του 70% των ψήφων στη Ρώμη), έχει υποσχεθεί ένα δημοψήφισμα για την έξοδο από την ευρωζώνη εάν κερδίσει τις κοινοβουλευτικές εκλογές αργότερα φέτος.

Παρότι πολλοί αξιωματούχοι και ειδικοί προβλέπουν πως το Brexit θα έχει σοβαρές οικονομικές συνέπειες, αυτή η βεβαιότητα δεν είναι αναπόφευκτη. Πολλά εξαρτώνται από τους όρους της μελλοντικής σχέσης μεταξύ ΕΕ και Βρετανίας.

Το Ηνωμένο Βασίλειο βρίσκεται επίσης σε καλύτερη θέση για να διαπραγματευτεί πιο ευνοϊκή εμπορική και επενδυτική συμφωνία με τις ΗΠΑ. Παρότι η προτεινόμενη Διατλαντική Εμπορική και Επενδυτική Εταιρική Σχέση (TTIP) μεταξύ ΗΠΑ και ΕΕ βρίσκεται σε τέλμα, η βρετανική κυβέρνηση εκτός ΕΕ θα μπορούσε να διαπραγματευτεί μια συμφωνία με τις ΗΠΑ πολύ πιο εύκολα. Οι ΗΠΑ θα βρίσκονταν σε διαπραγματεύσεις με μία χώρα, όχι 28 – πολλές από τις οποίες δε μοιράζονται τις βρετανικές πολιτικές υπέρ της αγοράς.

Το ερώτημα της βρετανικής συμμετοχής στην ΕΕ έχει πάρει την απάντησή του. Τώρα, το οικονομικό της μέλλον εξαρτάται από το τι θα κάνει με αυτήν την ανεξαρτησία. Πηγή: Πρώτο Θέμα


Comments

comments

Categories: Πολιτική

Σχετικά με τον Συγγραφέα