Το Ελληνικό Δημόσιο Χρέος

Το Ελληνικό Δημόσιο Χρέος


 

Ιστορική αναδρομή και προσδοκίες για το μέλλον

 

Του Γιώργου Θεοχαρίδη, Cyprus International Institute of Management

 

Η Ευρώπη και ο υπόλοιπος κόσμος παρακολουθούν με νευρικότητα αυτές τις μέρες καθώς το Ελληνικό δράμα, τραγωδία θα έλεγα, εισέρχεται στην τελευταία του φάση. Θα πρέπει να υπάρξει κάποιου είδους συμβιβασμός, μια συμφωνία μεταξύ της Ελληνικής Κυβέρνησης και των δανειστών της πριν από το τέλος του Ιουνίου, διαφορετικά η Ελλάδα θα φθάσει στο σημείο να αδυνατεί να ανταποκριθεί στις υποχρεώσεις του χρέους της και η εξέλιξη αυτή θα μπορούσε να οδηγήσει σε έξοδο από την ζώνη του Ευρώ και επιστροφή στο εθνικό νόμισμα.

Η Ελληνική Κυβέρνηση απαιτεί, ότι η λύση πρέπει να έχει μια ξεκάθαρη δέσμευση εκ μέρους των διεθνών δανειστών για μια μελλοντική ελάφρυνση του χρέους, που θα κάνει το δημόσιο χρέος βιώσιμο. Σημειώνεται ότι, το χρέος της Ελληνικής Κυβέρνησης ανέρχεται περίπου στο 177% του Ακαθάριστου Εγχώριου Προϊόντος (ΑΕΠ) της χώρας (τέλος του 2014). Ο σκοπός αυτού του σύντομου άρθρου είναι να αναλύσει τι έχει οδηγήσει στην έκρηξη του χρέους σε αυτό το επίπεδο και τι επιβάλλεται να γίνει για να διατηρηθεί η αναλογία του χρέους προς το ΑΕΠ κάτω από έλεγχο.

 

Σύντομη Ιστορική Αναδρομή στο Δημόσιο Χρέος της Ελλάδας

Κατά την περίοδο από το 2008 έως το 2013 η Ελλάδα έχει βιώσει μια επιταχυνόμενη αύξηση του χρέους προς το ΑΕΠ, ο οποίος αυξήθηκε από 103% το 2007 στο 175% το 2013. Γιατί συνέβη αυτό; Ένας λόγος έχει να κάνει με τη βαθιά ύφεση που έπληξε την Ελλάδα, αρχής γενομένης από το 2008 (με αρνητικό ρυθμό αύξησης του πραγματικού ΑΕΠ κατά 0.4%) μέχρι το 2013, φθάνοντας στο μείον 8.9% το 2011. Ένας άλλος λόγος είναι οι μαζικές δημοσιονομικές ανισορροπίες σε όλη τη διάρκεια της περιόδου 2000 – 2010, που έφθασε στην κορύφωσή του σε πάνω από το 15% στο τέλος του 2009. Τα τεράστια δημοσιονομικά ελλείμματα και τα ήδη πολύ υψηλά επίπεδα χρέους που προϋπήρχαν, αύξησαν τις αποδόσεις (τόκους) για το δημόσιο χρέος, καθώς οι επενδυτές ανέμεναν υψηλότερη απόδοση για να αντισταθμίσουν τον μεγαλύτερο κίνδυνο, και αυτή η εξέλιξη οδήγησε την Ελλάδα σε ένα αρνητικό φαύλο κύκλο «επιτοκίων θανάτου».

Απομονωμένη από τις ξένες κεφαλαιαγορές, η Ελλάδα αναγκάστηκε να υπογράψει το πρώτο πρόγραμμα οικονομικής προσαρμογής (Μνημόνιο Συναντίληψης) τον Απρίλιο του 2010. Το 2012 επιβλήθηκε ένα κούρεμα του δημοσίου χρέους που κατείχαν οι ιδιώτες πιστωτές (€110 δισεκατομμύρια περίπου) για να μειωθεί το επίπεδο του χρέους.

Ο στόχος σε εκείνο το χρονικό σημείο ήταν ότι η αναδιάρθρωση αυτή, σε συνδυασμό με τις χαμηλότερες πληρωμές τόκων και την επέκταση της λήξης στο υπόλοιπο του χρέους, η δημοσιονομική εξυγίανση, τα πρωτογενή πλεονάσματα και τα έσοδα από το πρόγραμμα ιδιωτικοποιήσεων θα οδηγούσαν σε ένα βιώσιμο επίπεδο στο 120.5% του ΑΕΠ μέχρι το έτος 2020. Μέχρι το τέλος του 2014 και μετά από κάποια χρόνια σκληρών μέτρων λιτότητας η Ελλάδα κατάφερε να παράξει θετική οικονομική ανάπτυξη για το σύνολο των πρώτων τριμήνων του 2014 ύστερα από χρόνια ύφεσης, ένα πρωτογενές πλεόνασμα με την δημοσιονομική εξυγίανση, ήταν σε θέση να ανακεφαλαιοποιήσει πλήρως το τραπεζικό της σύστημα και να περάσει τα τεστ αντοχής της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας (ΕΚΤ), τα οποία δημιούργησαν τα θεμέλια για να μειωθεί σημαντικά η αναλογία του χρέους προς το ΑΕΠ κατά τα προσεχή έτη, τόσο από τη μείωση της επιβάρυνσης του χρέους όσο και από την αύξηση του ΑΕΠ.

Ωστόσο, τα γεγονότα που έλαβαν χώρα από τον περασμένο Ιανουάριο άλλαξαν ολόκληρη την δυναμική με την οικονομική κατάσταση να επιδεινώνεται δραματικά με επιταχυνόμενο ρυθμό, και την ρευστότητα να έχει τελείως εξαφανιστεί τόσο από τον κρατικό προϋπολογισμό όσο και από το τραπεζικό σύστημα. Η αβεβαιότητα οδήγησε σε νέα κενά χρηματοδότησης και τώρα θα χρειαστούν πιο δραστικά μέτρα για να διορθωθεί η κατάσταση.

 

Οι Προσδοκίες για το Μέλλον

Κατά την ταπεινή μου γνώμη, η Ελλάδα πρέπει να καταλήξει σε μια συμφωνία με τους δανειστές της, ακόμη και αν αυτή θα περιλαμβάνει σκληρότερα μέτρα, διότι η εναλλακτική λύση θα ήταν πολύ χειρότερη. Την ίδια στιγμή, η χώρα πρέπει να εφαρμόσει, επιτέλους, τις διαρθρωτικές μεταρρυθμίσεις, που περιλαμβάνουν μεταρρυθμίσεις στα εργασιακά θέματα και στο συνταξιοδοτικό, καθώς και την ιδιωτικοποίηση κρατικών επιχειρήσεων με απώτερο στόχο να κάνουν την οικονομία πιο ανταγωνιστική και παραγωγική. Αυτό μπορεί να οδηγήσει σε μια βιώσιμη και υγιή ανάπτυξη του ΑΕΠ το οποίο μπορεί να βοηθήσει στη μείωση του χρέους προς το ΑΕΠ σε βιώσιμα επίπεδα.

Για το θέμα αυτό, σε άτυπο έγγραφο που παρουσιάστηκε από την Ελληνική Κυβέρνηση κατά τις συνεδρίες της Ευρωομάδας τον περασμένο Φεβρουάριο, οι Έλληνες τεχνοκράτες υποστήριξαν ότι η αύξηση του ΑΕΠ είναι εξίσου και ακόμη περισσότερο σημαντική από το πρωτογενές πλεόνασμα για τη μείωση του χρέους προς το ΑΕΠ. Υποστήριξαν επίσης ότι το ελληνικό χρέος θα πρέπει να υπολογίζεται σε όρους Καθαρής Παρούσας Αξίας (Net Present Value) (σε αντίθεση με τους όρους ονομαστικής αξίας). Με ένα υποτιθέμενο προεξοφλητικό επιτόκιο στο 5%, η αναλογία αυτή βρίσκεται σήμερα στο 133% του ΑΕΠ και μπορεί να φθάσει σε ένα βιώσιμο επίπεδο του 120% το έτος 2020, με ετήσιο πρωτογενές πλεόνασμα της τάξης του 1.5% του ΑΕΠ και με ονομαστική ανάπτυξη στο 4%. Δεν διαφωνώ με τις παραπάνω παρατηρήσεις, αλλά θα ήθελα να προσθέσω ότι για να επιτευχθεί αυτός ο ρυθμός ανάπτυξης επιβάλλεται όπως οι διαρθρωτικές μεταρρυθμίσεις εφαρμοστούν όσο πιο σύντομα γίνεται.

 

*Ο συγγραφέας του άρθρου είναι Αναπληρωτής Καθηγητής Χρηματοοικονομικών στο Cyprus International Institute of Management (CIIM) και Διευθυντής του Μεταπτυχιακού Προγράμματος στις Χρηματοοικονομικές Υπηρεσίες.


Comments

comments

Categories: Οικονομία

Σχετικά με τον Συγγραφέα