Το «παλιό», το «νέο» και η επόμενή μέρα

Το «παλιό», το «νέο» και η επόμενή μέρα


Στις πλείστες ευρωπαϊκές χώρες έχουμε ζήσει μεγάλες πολιτικές ανακατατάξεις μετά το ξέσπασμα της οικονομικής κρίσης.

Στην Ιταλία είχαμε τη δυναμική διείσδυση του κόμματος των «πέντε αστέρων» του Μπέμπε Γκρίλο, στην Ελλάδα την εκτόξευση και κυριαρχία του ΣΥΡΙΖΑ, στη Γαλλία την αναρρίχηση της Λεπέν στην πρώτη θέση, στην Ισπανία τη δυναμική παρουσία των Podemos και στην Αυστρία είδαμε τη συντριβή των δύο μεγάλων παραδοσιακών κομμάτων και την ακροδεξιά να χάνει για λίγες μόνο ψήφους την διακυβέρνηση της χώρας.

Κοινό χαρακτηριστικό αυτών των εκλογικών αναμετρήσεων, ήταν η αναμέτρηση του «παλιού» με το «νέο». Ενός «παλιού» πολιτικού συστήματος που μπορεί να έφερε μεγάλη ανάπτυξη και ευημερία κατά τις προηγούμενες δεκαετίες, ωστόσο «κούρασε» τους πολίτες, χαρακτηρίστηκε ως «καθεστώς», ως «συντήρηση», συχνά ως «σάπιο και διεφθαρμένο» και επίσης δεν φάνηκε ικανό να διαχειριστεί με την απαραίτητη αποτελεσματικότητα τα τρέχοντα προβλήματα των πολιτών.

Στην Ελλάδα για παράδειγμα, οι πολίτες καταψήφισαν τους δύο μεγαλύτερους πολιτικούς σχηματισμούς της Νέας Δημοκρατίας και του ΠΑΣΟΚ ως «πολιτικάντηδες», καταδικάζοντας τις μίζες, τα ρουσφέτια, τα βολέματα ημετέρων, τον υπερδανεισμό των νοικοκυριών, τη διάλυση των δημόσιων οικονομικών και την ανικανότητά τους να «βρουν δουλειές στους νέους ανθρώπους». Το κεντρικού σύνθημα του Αλέξη Τσίπρα «να ξεμπερδεύουμε με το παλιό» στις εκλογές του περασμένου Σεπτεμβρίου όχι μόνο πέτυχε το στόχο του, αλλά ανέδειξε και την επικοινωνιακή πολιτική του κόμματός του. Για τους ίδιους λόγους βέβαια στην Ελλάδα («διεφθαρμένο πολιτικό σύστημα», κ.λπ.) πέρα από την κυριαρχία του ΣΥΡΙΖΑ είχαμε και την άνοδο της Χρυσής Αυγής.

Έμπειροι πολιτικοί παράγοντες υποστηρίζουν ότι στις περισσότερες των περιπτώσεων, όταν το «παλιό» αναμετριέται με το «νέο», τότε το πρώτο είναι καταδικασμένο να χάσει. Το μεγάλο ζητούμενο όμως για τον πολίτη, είναι η ποιότητα και η χρησιμότητα αυτού του «νέου».

Στην Ελλάδα για παράδειγμα από το 2012 έως σήμερα έχει αλλάξει ριζικά ο πολιτικός χάρτης και επίσης έχει αλλάξει πάνω από το 70% των βουλευτών. Κοινή παραδοχή όμως είναι πως «ποτέ κατά το παρελθόν η χώρα δεν είχε τόσο χαμηλό επίπεδο κοινοβουλευτικών εκπροσώπων»…

Επίσης, ενάμιση έτος μετά τη νέα διακυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ-ΕΝΕΛ, δεν εκπληρώθηκε καμιά από τις εξαγγελίες της, η τεράστια ανεργία δεν μειώθηκε, η ύφεση συνεχίζεται και τα μέτρα λιτότητας έγιναν ακόμη πιο σκληρά. Η Ελλάδα άλλωστε είναι η μόνη ευρωπαϊκή χώρα που παραμένει πλέον σε καθεστώς μνημονίου, το… οποίο θα έσκιζε με έναν νόμο και ένα άρθρο.

Στην Ελλάδα επίσης, το κράτος εξακολουθεί να αποτελεί «λάφυρο» των κυβερνήσεων, οι «κολλητοί» εξακολουθούν να ανεβαίνουν ανενόχλητοι την ιεραρχία και συχνά οι κάθε είδους παράνομοι (βλέπε διορισθέντες στο δημόσιο με πλαστά πτυχία) αντιμετωπίζονται πλέον με απίστευτη διαλλακτικότητα από την κυβέρνηση. Ο μικροπολιτικαντισμός σε όλο του το μεγαλείο…

Στην Ισπανία επίσης έχει προκληθεί πολιτική αβεβαιότητα (αδυναμία συνεννόησης) με αποτέλεσμα τα πράγματα να βρίσκονται σήμερα σε ακόμη χειρότερο επίπεδο από αυτό που ήταν τα προηγούμενα χρόνια.

Και ερχόμαστε τώρα στην Κύπρο, όπου στις πρόσφατες Βουλευτικές εκλογές είχαμε και εδώ μιας κάποιας μορφής μάχη του «νέου» με το «παλιό». Είχαμε την πτώση των παραδοσιακών δυνάμεων, την εκλογική ανάδειξη νέων κομμάτων και φυσικά μια μεγάλη ανανέωση προσώπων στο Κοινοβούλιο.

Κανένα από όλα αυτά δεν είναι κακό. Τα κόμματα πρέπει να τιμωρούνται για τα λάθη τους και τα λάθη που είχαν κάνει δεν ήταν λίγα. Επίσης, η πρόοδος στον κόσμο έρχεται πάντοτε μέσα από τη σύγκρουση του παλιού με το νέο.

Χρειάζεται όμως προσοχή, μήπως και στην Κύπρο -όπως συνέβη και σε άλλες ευρωπαϊκές χώρες- το «νέο» αποδειχτεί πολύ πιο «παλιό» και πολύ λιγότερο αποτελεσματικό απ’ το σημερινό «παλιό».

Οι νέοι Βουλευτές λοιπόν έχουν αναλάβει αυξημένες υποχρεώσεις έναντι της ιστορίας, που δυστυχώς μας κρίνει όλους ανελέητα…


Comments

comments

Categories: Πολιτική

Σχετικά με τον Συγγραφέα