Φθίνει η στήριξη στα κατεστημένα κόμματα της Ευρώπης

Φθίνει η στήριξη στα κατεστημένα κόμματα της Ευρώπης


Τη στιγμή που η Ευρώπη το χρειαζόταν λιγότερο, μια σειρά περίπλοκων και μη τελεσίδικων εκλογών φέτος – από την Ισπανία και την Ιρλανδία μέχρι τη Σλοβακία και την Πορτογαλία – έχει δημιουργήσει διχασμένα κοινοβούλια, απίθανες και ασταθείς συμμαχίες και πιο αδύναμες, πιο διασπασμένες κυβερνήσεις.

Καθώς οι χώρες παλεύουν να αποτινάξουν τη χρηματοπιστωτική κρίση της ευρωζώνης, η μετανάστευση και η ισλαμιστική τρομοκρατία ξεπερνούν την οικονομία στις κύριες ανησυχίες των ψηφοφόρων, ενισχύοντας τις βαθύτερες κοινωνικές αλλαγές που οδήγησαν τη στήριξη προς τα κατεστημένα κόμματα να βυθίζονται, και τον κατά της λιτότητας, αντιευρωπαϊκό ή αντιμεταναστευτικό λαϊκισμό να αναρριχάται σε όλη την ήπειρο.

Τα αποτελέσματα των περιφερειακών εκλογών της 13ης Μαρτίου στη Γερμανία, όπου τόσο η Χριστιανοδημοκρατική Ένωση της καγκελάριου Άνγκελα Μέρκελ όσο και οι Σοσιαλδημοκράτες κυβερνητικοί εταίροι της, έχασαν ψήφους από τους φιλελεύθερους, τους Πράσινος και κυρίως από την αντιμεταναστευτική AfD, δείχνουν πως ακόμη και στο κέντρο της Ευρώπης, οι ομοσπονδιακές εκλογές του 2017 θα σηματοδοτήσουν το τέλος μιας κουλτούρας πολιτικής σταθερότητας που έχει κυριαρχήσει από το τέλος του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου.

«Αυτό που βλέπουμε είναι ένας αυξανόμενος κατακερματισμός των ψήφων, απ’ τα αριστερά και από τα δεξιά» είπε ο Σάιμον Χιξ, καθηγητής ευρωπαϊκής και συγκριτικής πολιτικής στο London School of Economics. «Τα κατεστημένα κόμματα της κεντροαριστεράς και της κεντροδεξιάς που μπορούσαν κάποτε να βασίζονται σε 40% των ψήφων έχουν πέσει στο 20 ή στο 25%. Συμβαίνει παντού και μπορεί να είναι εξαιρετικά προβληματικό.»

Στη Σλοβακία, οι κοινοβουλευτικές εκλογές της 6ης Μαρτίου έφεραν οκτώ εξαιρετικά διαφορετικά κόμματα στη βουλή, συμπεριλαμβανομένων δύο από την άκρα δεξιά. Ο πρωθυπουργός Ρόμπερτ Φίκο και το κεντροαριστερό κόμμα του, Smer-SD, τεχνικά κέρδισε, με 28% των ψήφων, όμως έχασε την αυτοδυναμία του.

Ύστερα από 10 ημέρες διαπραγματεύσεων, ο Φίκο συγκέντρωσε μιαν ασταθή νέα συμμαχία, με το μικρό δεξιόστροφο Εθνικό κόμμα της Σλοβακίας, τους κεντροδεξιούς φιλελεύθερους και το κόμμα που εκπροσωπεί την ουγγρική μειονότητα στη Σλοβακία. Ωστόσο, όλα αυτά τα κόμματα υπήρξαν εξαιρετικά ανταγωνιστικά κατά τη διάρκεια της προεκλογικής εκστρατείας, και η νέα κυβέρνηση φαίνεται γεμάτη αντιμαχίες και διαφωνίες.

Η Ισπανία, εν τω μεταξύ, το εκλογικό σύστημα της οποίας σχεδιάστηκε μετά την επιστροφή της δημοκρατίας τη δεκαετία του 1970 για να αποφέρει ισχυρές πλειοψηφίες και ένα σταθερό δικομματικό σύστημα, παραμένει χωρίς κυβέρνηση επί σχεδόν τρεις μήνες, ύστερα από τις κάλπες της 20ης Δεκεμβρίου.

Το κυβερνών κεντροδεξιό Λαϊκό κόμμα βγήκε πρώτο με 29% – κατά 16 μονάδες χαμηλότερα από το αποτέλεσμα του 2011 – ενώ ο παραδοσιακός του αντίπαλος, το κεντροδεξιό PSOE κατάφερε να συγκεντρώσει μόλις 22%.

Δύο πρωτοεμφανιζόμενοι, οι αριστεροί λαϊκιστές Podemos και οι φιλελεύθεροι μεταρρυθμιστές Ciudadanos, συγκέντρωσαν 21% και 14% αντίστοιχα, δημιουργώντας ένα τέλειο πολιτικό αδιέξοδο και αφήνοντας τις νέες εκλογές τον Ιούνιο ως την πιθανότερη έκβαση.

Ύστερα από τις ασαφείς εκλογές της 4ης Οκτωβρίου, η Πορτογαλία κυβερνάται σήμερα από μια νέα και ευάλωτη αριστερόστροφη συμμαχία – την πρώτη από τη στιγμή που η χώρα έγινε δημοκρατική πριν από τέσσερις δεκαετίες – σοσιαλιστών, κομμουνιστών, πράσινων και του αριστερού μπλοκ που ανέτρεψε μια συντηρητική μειοψηφική κυβέρνηση 11 ημερών ύστερα από μια δραματική ψηφοφορία στο κοινοβούλιο.

Οι εκλογές στην Ιρλανδία στις 26 Φεβρουαρίου ακολούθησαν τη γενικευμένη κατεύθυνση, αφού η κατ’ εξακολούθηση συγκυβέρνηση του πρωθυπουργού Έντα Κένι έχασε την κοινοβουλευτική της πλειοψηφία, με τους ψηφοφόρους να ξεκαθαρίζουν τα αισθήματά τους κατά της λιτότητας.

Η πιο προφανής επιλογή ίσως είναι μια μεγάλη κεντρώα συμμαχία του Fine Gael του Κένι και του Fianna Fáil – το μόνο πρόβλημα είναι ότι τα δύο κόμματα είναι αντίπαλα από τη δεκαετία του 1920.

Αυτές οι πιο πρόσφατες εκλογές δεν είναι το μόνο δείγμα του διασπασμένου πολιτικού πεδίου: η παρούσα αβέβαιη κυβέρνηση του Βελγίου, που περιγράφεται συχνά ως «συμμαχία καμικάζι», ήταν τόσο δύσκολο να σχηματιστεί που ορκίστηκε 138 ημέρες μετά τις εκλογές του Μαΐου του 2014. Στη Σουηδία και τη Δανία, οι ευάλωτες μειοψηφικές κυβερνήσεις επιβιώνουν κατά την επιθυμία αντιμεταναστευτικών λαϊκιστών που κρατούν την ισορροπία της εξουσίας.

Οι επικείμενες εκλογικές αναμετρήσεις πιθανότατα δε θα διαφέρουν. Εκτός των ομοσπονδιακών εκλογών στη Γερμανία τον επόμενο χρόνο, οι δημοσκοπήσεις στην Ολλανδία δείχνουν πως στις επόμενες κοινοβουλευτικές εκλογές, που αναμένονται τον Μάρτιο του 2017, τα τρία παραδοσιακά κόμματα της ολλανδικής κυβέρνησης – το σοσιαλιστικό PvdA, το χριστιανοδημοκρατικό CDA και το φιλελεύθερο VVD – θα δυσκολευτούν να φτάσουν το 40% των ψήφων αθροιστικά. Αυτό είναι λίγο πολύ το ποσοστό που περίμενε να συγκεντρώσει οποιοδήποτε από αυτά τα κόμματα από μόνο του μόλις λίγα χρόνια πριν.

Αναλυτές επισημαίνουν πως είναι γνωστό εδώ και καιρό πως η οικονομική αναστάτωση διαβρώνει την συναινετική πολιτική. Έρευνα πάνω σε 800 εκλογικές αναμετρήσεις μέσα στα τελευταία 140 χρόνια, από το ινστιτούτο IFO του Μονάχου, βρήκε πέρυσι πως ιστορικά, «η πολιτική αβεβαιότητα αυξάνεται σημαντικά μετά από οικονομικές κρίσεις, καθώς οι κυβερνητικές πλειοψηφίες συρρικνώνονται και η πόλωση αυξάνεται».

Ύστερα από μια κρίση, ανέφεραν οι συντάκτες της έρευνας, «οι ψηφοφόροι δείχνουν να έλκονται ιδιαίτερα από τη ρητορική της άκρας δεξιάς, η οποία αποδίδει την ευθύνη στις μειονότητες ή τους ξένους».

Κατά μέσο όρο, σύμφωνα με την έρευνα, τα ακροδεξιά κόμματα αύξησαν το ποσοστό των ψήφων τους κατά 30% στα πέντε χρόνια μετά τη χρηματοπιστωτική κρίση.

Αναμφίβολα αυτό συνέβη στη δυτική Ευρώπη και τη Σκανδιναβία, όπου ο κατακερματισμός πυροδοτεί τη γοργή άνοδο των ριζοσπαστικών, αντιευρωπαϊκών, αντιμεταναστευτικών κομμάτων όπως το Εθνικό Μέτωπο της Μαρίν Λε Πεν, το Λαϊκό κόμμα της Δανίας και η Εναλλακτική για τη Γερμανία, ή AfD.

Στην κεντρική και την ανατολική Ευρώπη, παλαιότερου στυλ εθνικιστικά, απολυταρχικά και μερικές φορές θρησκευτικά, αλλά πάνω απ’ όλα εξαιρετικά συντηρητικά κόμματα, όπως το κόμμα Νόμου και Δικαιοσύνης της Πολωνίας και το Fidesz της Ουγγαρίας, έχουν ανέλθει στην εξουσία.

Στις χώρες της νοτίου Ευρώπης που χτυπήθηκαν περισσότερο από την οικονομική πτώση – την Ισπανία, την Πορτογαλία και την Ελλάδα – η πόλωση μετά το 2008 έχει κατά κύριο λόγο ευνοήσει την ακροαριστερά και όχι την ακροδεξιά, λόγω και της σχετικά πρόσφατης εμπειρία τους με φασιστικές διακυβερνήσεις.

Όμως το αποτέλεσμα είναι, παρ’ όλα αυτά το ίδιο: σε όλη την ήπειρο, κατεστημένα κόμματα και συμμαχίες που κάποτε κυριαρχούσαν στην εθνική πολιτική βρίσκονται σε ορμητική οπισθοχώρηση, κάνοντας τον σχηματισμό συμμαχιών πιο δύσκολο – ακόμη και σε χώρες που χρησιμοποιούν εδώ και καιρό συμμαχικές κυβερνήσεις – και παράγοντας αδύναμες, πιθανώς βραχυπρόθεσμες κυβερνήσεις.

Μέσα σε αυτό το ήδη ανάστατο περιβάλλον έχει ξεσπάσει το μεγαλύτερο κύμα προσφύγων μετά τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο, επιδεινώνοντας δραματικά την τάση προς τη διάσπαση που είναι πλέον εμφανής σχεδόν παντού (παρ’ ότι κρύβεται στη Βρετανία από ένα εκλογικό σύστημα όπου, σε αντίθεση με τα αναλογικά συστήματα εκπροσώπησης, είναι πολύ πιο δύσκολο για τα μικρότερα κόμματα να προωθηθούν εθνικά).

Και διεθνώς, οι δύσκολες αλλά όλο και πιο απαραίτητες μεταρρυθμίσεις – στους κανόνες της ευρωζώνης, για παράδειγμα, ή την πολιτική ασύλου της ΕΕ – γίνονται αντίστοιχα πιο προβληματικές.

«Βλέπω δύο πιθανά σενάρια» είπε ο Χιξ. «Είτε τα κατεστημένα κόμματα της Ευρώπης θα συνηθίσουν τον νέο αυτόν κόσμο είτε θα ξεκινήσουν να σκέφτονται πιο σοβαρά τρόπους για να χτίσουν εντελώς νέα είδη ευρέων συμμαχιών.

Ή δε θα το κάνουν, στην οποία περίπτωση το αποτέλεσμα θα ήταν μια πραγματική πολιτική κρίση, ίσως και ακυβερνησία.» Πηγή: Πρώτο Θέμα


Comments

comments

Categories: Πολιτική

Σχετικά με τον Συγγραφέα