Γ. Λιλλήκας: Οι Βρετανικές Βάσεις είναι ένα ζήτημα με νομικές πτυχές και διαστάσεις

Γ. Λιλλήκας: Οι Βρετανικές Βάσεις είναι ένα ζήτημα με νομικές πτυχές και διαστάσεις

 


Πραγματοποιήθηκε ψες εκδήλωση με θέμα το «Brexit: Το καθεστώς των Βρετανικών Βάσεων στην Κύπρο και η περίπτωση του Γιβραλτάρ». Η εκδήλωση διοργανώθηκε από το επιτελείο του Υποψήφιου για την Προεδρία της Δημοκρατίας, Γιώργου Λιλλήκα.

Στην ομιλία του, ο κ. Λιλλήκας ανέφερε ότι «Οι βρετανικές Βάσεις είναι κατεξοχήν πολιτικό ζήτημα, το οποίο έχει σημαντικές νομικές πτυχές και διαστάσεις».

Στην ομιλία του ανέφερε πως η Βρετανική πολιτική στο Κυπριακό δεν πρόκειται να αλλάξει ούτε με υποτακτική στάση από μέρους μας, ούτε με διαπιστώσεις περί ύπαρξης «χημείας» του Κύπριου Προέδρου με κάποιο Βρετανό Πρωθυπουργό.

Επεσήμανε πως όσοι πολιτεύονται με τέτοιες αντιλήψεις καλά είναι να διαβάσουν Θουκυδίδη, και να θυμούνται τη ρήση του Βρετανού Λόρδου Πάλμερστοουν που διέπει διαχρονικά τις διεθνείς σχέσεις ότι «τα κράτη δεν έχουν μόνιμους φίλους αλλά μόνιμα συμφέροντα».

Ακολουθεί αυτούσια η ομιλία του Γιώργου Λιλλήκα:

«Το ζήτημα των Βρετανικών Βάσεων το είχαμε συζητήσει ξανά με τον αγαπητό καθηγητή και φίλο Alain Pellet και το 2010.

Οι Βρετανικές Βάσεις είναι ένα κατ’ εξοχή πολιτικό ζήτημα, το οποίο έχει ασφαλώς και σημαντικές νομικές πτυχές και διαστάσεις.

Αποτελεί, θα έλεγα, κοινό πολιτικό τόπο όλων των πολιτικών δυνάμεων, η θέση ότι οι Βρετανικές Βάσεις αποτελούν αποικιοκρατικό κατάλοιπο και μια θλιβερή συνέπεια των Συμφωνιών Ζυρίχης- Λονδίνου που επιβλήθηκαν στον Κυπριακό Ελληνισμό.

Παρόλα αυτά, με εξαίρεση μερικούς μήνες το 2007, η χρησιμότητα και η τεράστια σημασία των Βάσεων για τη Βρετανία, δεν ιεραρχήθηκε στις προτεραιότητες της πολιτικής των διαφόρων Κυβερνήσεων. Ούτε και αξιοποιήθηκε ως ένα διπλωματικό εργαλείο στις προσπάθειες επίλυσης του Κυπριακού.

Ίσως ο κυριότερος λόγος να ήταν η κυρίαρχη θεώρηση των μεγάλων πολιτικών σχηματισμών στην Κύπρο, ότι, μεσούσης της προσπάθειας για επίλυση του Κυπριακού, δε θα πρέπει να ανοίξουμε ένα δεύτερο μέτωπο με τη Μεγάλη Βρετανία.

Όπως είχα επισημάνει και το 2010, σ’ αυτήν εδώ την αίθουσα, αυτή η προσέγγιση είναι αντιπαραγωγική και λανθασμένη αφού προσφέρει κίνητρο στη Μεγάλη Βρετανία να εργαστεί για τη μη επίλυση και όχι για την επίλυση του Κυπριακού. Το μήνυμα που αυτή η προσέγγιση στέλλει στο Λονδίνο, είναι ότι ενόσω το Κυπριακό παραμένει άλυτο η Βρετανία δεν πρέπει να ανησυχεί για το καθεστώς των Βάσεων. Αντίθετα, στην περίπτωση λύσης του Κυπριακού θα πρέπει να αρχίσει να ανησυχεί.

Έκτοτε η δική μου θέση είναι ότι το θέμα των Βάσεων θα πρέπει να το ανοίξουμε άμεσα. Το μήνυμα μας προς τη Βρετανία πρέπει να είναι πως αν δεν αλλάξει πολιτική στο Κυπριακό, αν δεν μας στηρίξει έμπρακτα για τερματισμό της κατοχής, τότε θα θέσουμε θέμα κλεισίματος των Βάσεων και ανάκτησης των Κυπριακών εδαφών στα οποία λειτουργούν.

Η θεωρία του δεύτερου μετώπου που δεν πρέπει να ανοίξει ενόσω το Κυπριακό παραμένει άλυτο, είναι αβάσιμη και στρουθοκαμηλική. Η Βρετανική πολιτική, σε καμιά φάση του Κυπριακού δεν υπήρξε, όχι φιλική προς την Κύπρο, αλλά ούτε καν ουδέτερη και αντικειμενική.

Η δήλωση του τέως Προέδρου της Δημοκρατίας, ότι η Βρετανία είναι το «κακό αγκάθι της Κύπρου» είναι πολύ εύστοχη. Αυτό βέβαια, δεν τον εμπόδισε να δηλώσει, όταν ήταν Πρόεδρος, ότι «το θέμα των βάσεων θα το λύσουν τα παιδιά και τα εγγόνια μας» και να ισχυριστεί αβάσιμα και ατεκμηρίωτα ότι «οι Βάσεις είναι κυρίαρχες». Ισχυρισμό που αντικρούουν ακαδημαϊκοί και αυθεντίες του διεθνούς δικαίου που κρίνουν ότι, όχι μόνο δεν είναι κυρίαρχες οι βάσεις, αλλά είναι παράνομες και η Κυπριακή Δημοκρατία μπορεί μονομερώς να καταγγείλει το καθεστώς και την παρουσία τους, χωρίς να επηρεαστεί η διεθνής της οντότητα.

Η στάση της Βρετανίας, ακόμα και στην τελευταία Διάσκεψη στο Κρανς Μοντάνα, υπήρξε σταθερά αρνητική για τα δικά μας αιτήματα και βοηθητική στις απαράδεκτες τουρκικές αξιώσεις. Ακόμα και στο ζήτημα των εγγυήσεων, ενώ η Ελλάδα δήλωσε ξεκάθαρα πως επιθυμεί τερματισμό της συνθήκης εγγυήσεων, η Βρετανία υποκριτικά και ύπουλα κρύβεται πίσω από την Τουρκική απαίτηση για συνέχιση των εγγυήσεων, δηλώνοντας ότι θα σεβαστεί ότι συμφωνήσουν τα δύο μέρη στην Κύπρο! Το δεύτερο μέτωπο, λοιπόν, είναι ανοιχτό εδώ και πολύ καιρό. Το έχει ανοίξει η Βρετανία με την εχθρική της στάση και δεν εξυπηρετεί σε τίποτε να καμωνόμαστε πως δεν το αντιλαμβανόμαστε.

Η Βρετανική πολιτική στο Κυπριακό δεν πρόκειται να αλλάξει ούτε με υποτακτική στάση από μέρους μας, ούτε με διαπιστώσεις περί ύπαρξης «χημείας» του Κύπριου Προέδρου με κάποιο Βρετανό Πρωθυπουργό. Όσοι πολιτεύονται με τέτοιες αντιλήψεις καλά είναι να διαβάσουν Θουκυδίδη, και να θυμούνται τη ρήση του Βρετανού Λόρδου Πάλμερστοουν που διέπει διαχρονικά τις διεθνείς σχέσεις ότι «τα κράτη δεν έχουν μόνιμους φίλους αλλά μόνιμα συμφέροντα».

Στα συμφέροντα, λοιπόν, της Βρετανίας στην Κύπρο πρέπει να εστιάσουμε κι αυτά τα συμφέροντα εδράζονται και εξυπηρετούνται με τις στρατιωτικές βάσεις που διατηρούν στο νησί μας.

Τα μικρά κράτη για να πετύχουν τους στόχους τους, πρέπει να συμπεριφέρονται έξυπνα, αποφασιστικά, με στρατηγικούς σχεδιασμούς και να αξιοποιούν τα παράθυρα ευκαιρίας που κατά καιρούς παρουσιάζονται. Το Brexit είναι μια τέτοια ευκαιρία. Δυστυχώς, η Κυπριακή Κυβέρνηση την αφήνει ανεκμετάλλευτη, σε αντίθεση με την Ισπανία η οποία αξιοποίησε το Brexit για να εγείρει το μήνυμα της κυριαρχίας επί του Γιβραλτάρ.

Η ύπαρξη και λειτουργία των βρετανικών βάσεων στην Κύπρο αποτελεί, όπως παραδέχεται το ίδιο το Λονδίνο, σημαντική στρατηγική υποδομή για το Ηνωμένο Βασίλειο. Αυτή η πραγματικότητα δεν αξιοποιήθηκε από την Κυπριακή Δημοκρατία, παρότι το ζήτημα των βάσεων ήρθε στην επικαιρότητα και η Ισπανική στάση ήταν υποβοηθητική.

Είχε αναφερθεί στα εγχώρια ΜΜΕ ότι το ΗΒ προχώρησε σε κάποια έργα εντός της βάσης Ακρωτηρίου που ολοκληρώθηκαν τον περασμένο Μάρτιο. Αυτό, ίσως, που δεν έγινε γνωστό στην Κύπρο ή δεν έτυχε μελέτης και ανάλυσης είναι τι σημαίνουν τα έργα που εκτέλεσε το Λονδίνο στις βάσεις του στην Κύπρο.

Σας πληροφορώ ότι, η Βρετανία, με βάση στοιχεία του Υπουργείου Άμυνας, προχώρησε σε επένδυση ύψους 46 εκατομμυρίων λιρών στο Ακρωτήρι. Τα έργα είχαν στόχο την αναβάθμιση και εκσυγχρονισμό της αεροπορικής βάσης και του αεροδιαδρόμου. Τα έργα ολοκληρώθηκαν στο τέλος Μαρτίου αυτού του έτους. Σύμφωνα με το Υπουργείο Άμυνας της Βρετανίας, και παρακαλώ δώστε σημασία σε αυτή την πληροφορία, λόγω αυτής της αναβάθμισης, μέχρι το 2019 «οι Βρετανικές Δυνάμεις στην Κύπρο θα είναι η μεγαλύτερη στρατιωτική δύναμη επί μονίμου βάσεως εκτός της επικράτειας του Ηνωμένου Βασιλείου»!

Αυτή η αναβάθμιση των υποδομών των βάσεων κρίνεται από τη Βρετανία ότι μπορεί να παρέχει υποστήριξη σε επιχειρήσεις για τα επόμενα 20 και πλέον χρόνια. Με άλλα λόγια αγαπητοί, φίλες και φίλοι, οι βάσεις στην Κύπρο παραμένουν ζωτικής σημασίας για τη Βρετανία όπως ακριβώς είχε πει το 1956 o Αnthony Eden, «No Cyprus, no certain facilities to protect our supply of oil. No oil, unemployment and hunger in Britain. It is as simple as that”. Με την διαφορά όμως, ότι από τότε η Κύπρος έχει καταστεί ανεξάρτητο κράτος και με την επίσης σημαντική διαφορά ότι διαθέτει δικά της αποθέματα φυσικού αερίου και πετρελαίου…

Εξ ου και πρέπει να μας απασχολήσει εάν η ύπαρξη των Βάσεων δίδει στην πλευρά μας οποιαδήποτε πλεονεκτήματα για σκοπούς άσκησης πίεσης το Λονδίνο. Αναφερθήκαμε προηγουμένως στη στάση της Βρετανίας στις πρόσφατες διαπραγματεύσεις, ειδικά στο ζήτημα της ασφάλειας και των εγγυήσεων.

Είναι απορίας άξιο και παράδοξο πως μια χώρα που δείχνει τόση σημασία σε αμυντικά/στρατιωτικά θέματα και γενικότερα σε θέματα ασφάλειας να επιμένει να μην αντιλαμβάνεται τη σημασία αυτού του κεφαλαίου για την Κυπριακή Δημοκρατία.

Είναι ακόμη, όμως,  πιο ενοχλητικό το γεγονός ότι ενώ οι Βρετανικές Βάσεις απολαμβάνουν τόσες διευκολύνσεις από την Κυπριακή Δημοκρατία, το Λονδίνο δεν δείχνει να εκτιμά αυτή τη συνεργασία. Όταν για παράδειγμα η νυν κυβέρνηση τους τελευταίους 20 μήνες, κατά την περίοδο των έργων αναβάθμισης στο Ακρωτήρι, παρείχε σημαντικές διευκολύνσεις στο Λονδίνο, ποιά πολιτικά ανταλλάγματα έλαβε η πλευρά μας; Ή μήπως η Κυπριακή Κυβέρνηση θεώρησε ότι είναι ενοχλητικό να ζητήσει ανταλλάγματα και γι’ αυτό δε ζήτησε; Το αντάλλαγμα ήταν η Βρετανική στήριξη στο  Κρανς Μοντάνα του τουρκικού αιτήματος για «ισότιμη μεταχείριση» στην Κύπρο των Τούρκων πολιτών με πολίτες κρατών μελών Ε.Ε.

Στάση που αποτελεί παραδοξότητα αφού την ίδια περίοδο η Βρετανία ψήφισε υπέρ της αποχώρησης από την Ε.Ε. λόγω, μεταξύ άλλων,  του φόβου κατακλυσμού της Ε.Ε. και τις ίδιας από τις ορδές τούρκων πολιτών μετά την ένταξη της Τουρκίας στην Ε.Ε. Σε ότι όμως, αφορά την Κύπρο δεν είχε κανένα πρόβλημα το Λονδίνο να υποστηρίξει τον κατακλυσμό του νησιού μας από ορδές Τούρκων πολιτών.

Αυτό βέβαια οφείλεται εν πολλοίς και στην παθητική εώς υποτακτική στάση της δικής μας Κυβέρνησης.

Ήρθε η ώρα να καθορίσουμε μια εθνικά αξιοπρεπή και πολυεπίπεδη διεκδικητική πολιτική στο Κυπριακό

Ας δούμε, όμως, πιο συστηματικά το ζήτημα του Brexit. Αρχικά να σημειώσω ότι πέραν της Κύπρου που διαθέτει ιδιαίτερο διμερές ζήτημα με τη Βρετανία είναι και η Ιρλανδία- για το ζήτημα της Βορείου Ιρλανδίας. Είναι, ακόμη, και η Ισπανία με το ζήτημα του Γιβραλτάρ, όπως ανέφερα και πριν.

Το ζήτημα της Ιρλανδίας αποτελεί ένα από τα τρία ζητήματα άμεσης προτεραιότητας, μαζί με το δημοσιονομικό και τα δικαιώματα των πολιτών. Υπάρχει σοβαρή άσκηση πίεσης προς το Λονδίνο αφού απειλείται η ειρηνευτική διαδικασία στη Βόρειο Ιρλανδία, όπου σημειώστε το αυτό, δεν υπάρχει τοπική Κυβέρνηση από τον περασμένο Ιανουάριο. Η Κυβέρνηση στη Βόρειο Ιρλανδία, σύμφωνα με την Συμφωνία της Μεγάλης Παρασκευής πρέπει να είναι διαχωρισμένη (power sharing) μεταξύ του κόμματος που πρόσκειται στο Λονδίνο και του κόμματος που υποστηρίζει την ενιαία Ιρλανδία. Με άλλα λόγια υπάρχει αποτυχία του συστήματος που βασίζεται σε εκ προοιμίου διαχωρισμό της εξουσίας με βάση εθνοτικά και θρησκευτικά κριτήρια (προτεστάντες-καθολικοί).

Στο ζήτημα του Γιβραλτάρ η Ισπανία έκανε ξεκάθαρες τις προθέσεις της εγείροντας θέμα ανάκτησης της περιοχής ή και συγκυριαρχίας με τη Βρετανία.

Στο πλαίσιο του Brexit η Ε.Ε. έχει συμφωνήσει ένα κείμενο που αποτελεί την βάση των διαπραγματευτικών θέσεων της. Σε αυτό υπάρχουν σχετικοί παράγραφοι και για την Ιρλανδία και για την Κύπρο και για το Γιβραλτάρ. Για το Γιβραλτάρ η παράγραφος 24 λέει:  «After the United Kingdom leaves the Union, no agreement between the EU and the United Kingdom may apply to the territory of Gibraltar without the agreement between the Kingdom of Spain and the United Kingdom». Με άλλα λόγια η Ισπανία ζήτησε και πέτυχε όπως οποιαδήποτε μελλοντική συμφωνία που θα αφορά το Γιβραλτάρ πρέπει να έχει την έγκριση της.

Για το ζήτημα των Βρετανικών Βάσεων στην Κύπρο, η Κυπριακή Κυβέρνηση ζήτησε την ακόλουθη θέση που προστέθηκε στην παράγραφο 12 του πλαισίου της Ε.Ε.: «The Union should agree with the United Kingdom on arrangements as regards the Sovereign Base Areas of the United Kingdom in Cyprus and recognise in that respect bilateral agreements and arrangements between the Republic of Cyprus and the United Kingdom which are compatible with EU law, in particular as regards safeguarding rights and interests of those EU citizens resident or working in the Sovereign Base Areas». Ούτε λίγο ούτε πολύ η Κυπριακή Κυβέρνηση ζήτησε την συνέχιση του status quo και ότι αυτό είναι που θα επιδιώξουμε μέσω διαπραγματεύσεων με τη Βρετανία.

Πρόκειται για μια ουσιαστική διαφορά ανάμεσα στο τι ζήτησε και τι πέτυχε η Ισπανική Κυβέρνηση και σ’ αυτό που απαίτησε η Κυπριακή Κυβέρνηση: Για το καθεστώς του Γιβραλτάρ, η Ε.Ε. δεν θα συνομιλήσει μόνο με την Βρετανία αλλά θα διαπραγματεύεται και με την Ισπανία.

Η σύμφωνη γνώμη της Ισπανίας είναι απαραίτητη για το μέλλον του Γιβραλτάρ. Στην περίπτωση των βάσεων στην Κύπρο η Κυπριακή Κυβέρνηση δεν θα είναι ένας εκ των συνομιλητών με την Ε.Ε. Δεν ζητήσαμε και δεν εξασφαλίσαμε το καθεστώς του συνομιλητή με την Ε.Ε. ούτε και διασφαλίσαμε να απαιτείται η σύμφωνη γνώμη της Κύπρου για ό,τι θα συμφωνήσει η Βρετανία με την Ε.Ε για τα Κυπριακά εδάφη στα οποία λειτουργούν παράνομα οι Βάσεις.

Το επιχείρημα ότι το Πρωτόκολλο 3 ξεκαθαρίζει ότι οι βάσεις δεν αποτελούν έδαφος της Ε.Ε., δεν είναι σοβαρό πολιτικό επιχείρημα. Όταν αυτό συνομολογήθηκε, η Κύπρος ήταν εκτός Ε.Ε., με λιγοστά ερείσματα και δυνατότητες. Σήμερα εν έτει 2017 τα δεδομένα είναι διαφορετικά και οι δυνατότητες που παρέχονται στην Κυπριακή Δημοκρατία, έχουν διαφοροποιηθεί προς όφελος μας.

Θέλω εδώ να ξεκαθαρίσω ότι το ζήτημα δεν είναι η συνεργασία με  τη Βρετανία στους τομείς της άμυνας και της ασφάλειας. Η Κυπριακή Δημοκρατία οφείλει και πρέπει να έχει τέτοιου είδους συνεργασία με όλα τα κράτη, όπως τη Βρετανία, την Γαλλία, την Ελλάδα, την Ιταλία, την Ρωσία κλπ. Ειδικά για θέματα τρομοκρατίας, ασύμμετρων απειλών, καταπολέμησης όπλων μαζικής καταστροφής, προστασίας ενεργειακών υποδομών κλπ.

Το ζήτημα είναι αν όσα προσφέρει η Κυπριακή Δημοκρατία τα εκτιμά το Λονδίνο και δείχνει έμπρακτα την εκτίμηση του. Το ζήτημα είναι να τερματίσουμε ένα αποικιοκρατικό κατάλοιπο αποκαθιστώντας την κυριαρχία του κράτους σε όλα τα εδάφη της χώρας μας, θέτοντας τη συνεργασία μας με τη Βρετανία σε άλλες σύγχρονες δομές και στη φιλοσοφία της ισότητας, της αμοιβαιότητας και του αλληλοσεβασμού.

Εκτιμώ ότι ήρθε η ώρα να καθορίσουμε μια εθνικά αξιοπρεπή και πολυεπίπεδη διεκδικητική πολιτική στο Κυπριακό, αναπόσπαστο κομμάτι  της οποίας θα πρέπει να αφορά και το κεφάλαιο των Βρετανικών Βάσεων.

Η συζήτηση στις συνομιλίες των κεφαλαίων της Ασφάλειας και των Εγγυήσεων είναι ελλειπής αν δεν περιλαμβάνει και το ζήτημα των Βρετανικών Βάσεων.

Η  κατάρρευση της πολιτικής των μονομερών υποχωρήσεων πού χαρακτήριζε την διαπραγματευτική διαδικασία που ακολουθήθηκε όλα αυτά τα χρόνια, από το δίδυμο έγκλημα του 1974 και εντεύθεν, συμπαρασύρει και τη θεώρηση για τη χρονική συγκυρία όπου θα πρέπει να δοκιμαστεί και το μέλλον των βρετανικών βάσεων.

Η επιδίωξη για την εδραίωση και τη διαιώνιση της βρετανικής παραμονής στο νησί μετουσιώθηκε με τις Συμφωνίες Ζυρίχης-Λονδίνου.

Κατ’ επέκταση, με τη μόνιμη  παρουσία των βρετανικών βάσεων, ένα κομμάτι της χώρας μας δεν έχει από-αποικιοποιηθεί ποτέ.

Η κατανόηση της διαχρονικής βρετανικής πολιτικής στην Κύπρο και των στρατηγικών της συμφερόντων στο νησί, αλλά και στην ευρύτερη περιοχή, είναι απαραίτητα στοιχεία για το σχεδιασμό και την προώθηση της θεώρησης για μια νέα στρατηγική στο Κυπριακό.  Αυτή η παράμετρος διέπει και τις προτάσεις μας σε αυτή τη νέα στρατηγική που προτείνουμε.

Μιας στρατηγικής, η οποία θα προσφέρει κίνητρα αλλά θα ασκεί και πίεση στους Βρετανούς να λαμβάνουν υπόψη τα συμφέροντα των Κυπρίων στους σχεδιασμούς τους, και τις δυνατότητες μας ως χώρα μέλος της ΕΕ, την ίδια στιγμή που αυτοί θα αποχωρούν από την ΕΕ. Μιας στρατηγικής που θα τους αναγκάσει να λαμβάνουν σοβαρά υπόψη, τις συμμαχίες μας με τις γειτονικές χώρες και την παράλληλη ενίσχυση της αμυντικής μας συνεργασίας με τη Ρωσία και τη Γαλλία.

Με άλλα λόγια, να καταστήσουμε ανήσυχο το Λονδίνο, με την οικοδόμηση και την αξιοποίηση κοινών συμφερόντων μας με ισχυρούς διεθνείς και περιφερειακούς δρώντες, υπό το φως των νέων γεωπολιτικών δεδομένων και ανακατατάξεων που διαμορφώνονται στην ευρύτερη περιοχή μας και βέβαια μέσα από ένα ολοκληρωμένο σχεδιασμό ενεργειακής πολιτικής, σε συνεργασία και πλήρη συντονισμό με την Ελλάδα.

Δεν είναι καιρός για παλινδρομήσεις, ερασιτεχνισμούς και αυτοσχεδιασμούς. Δεν αντέχει η Κύπρος επανάληψη ίδιων λανθασμένων πολιτικών αλλά ούτε και πολιτικούς πειραματισμούς. Ήρθε η ώρα να χαράξουμε μια νέα πορεία που θα μας απαλλάσσει από τις ψευδαισθήσεις και τον ευσεβοποθισμό, ότι με υποχωρήσεις μπορούμε να ευαισθητοποιήσουμε τα συμφέροντα όσων μας επιβουλεύονται. Να μας απαλλάσσει από τις πολιτικές αφέλειες, ότι αυτό που πρέπει τάχατες να πράξουμε είναι να εξηγήσουμε τις θέσεις μας στην Άγκυρα, για να κατανοήσει, τάχατες, καλύτερα τη προοπτική που διανοίγει για όλους μας η λύση του Κυπριακού.

Ήρθε ο καιρός να σχεδιάσουμε και να εφαρμόσουμε πολιτικές που συμβαδίζουν με τα νέα δεδομένα που διαμορφώνονται στο διεθνή χώρο και να αξιοποιήσουμε τις δυνατότητές μας, ως χώρα-μέλος της ΕΕ και ως χώρα που προάγει την ασφάλεια, τη σταθερότητα και τη συνεργασία στην περιοχή της Νοτιοανατολικής Μεσογείου»».


Comments

comments

Tags: lillikas

Σχετικά με τον Συγγραφέα