Aπορρίφθηκαν όλες οι εφέσεις των καταδικασθέντων στην υπόθεση Ρ. Ερωτοκρίτου

Aπορρίφθηκαν όλες οι εφέσεις των καταδικασθέντων στην υπόθεση Ρ. Ερωτοκρίτου


 


Το Ανώτατο Δικαστήριο απέρριψε σήμερα όλες τις εφέσεις των καταδικασθέντων στην υπόθεση του τέως Βοηθού Γενικού Εισαγγελέα Ρίκκου Ερωτοκρίτου, κρίνοντας ορθή την απόφαση αλλά και τις ποινές που επέβαλε το Μόνιμο Κακουργιοδικείο Λευκωσίας την 1η Μαρτίου.

Είναι η κατάληξή μας ότι οι εφέσεις όλων «αποτυγχάνουν και απορρίπτονται», ανέφερε ο Πρόεδρος του τριμελούς εφετείου Αντώνης Λιάτσος στο πλαίσιο ανάγνωσης των κύριων σημείων της απόφασης, η οποία απαριθμεί 217 σελίδες.

 

Καθόλα άμεμπτα ενήργησε ο Γενικός Εισαγγελέας

Στο πλαίσιο εξέτασης των λόγων έφεσης που ήγειραν οι δικηγόροι του Ρίκκου Ερωτοκρίτου αναφορικά με το ζήτημα της δίκαιης δίκης, το Εφετείο αναφέρεται στις ενέργειες του Γενικού Εισαγγελέα Κώστα Κληρίδη στο πλαίσιο δημοσιογραφικής διάσκεψης που παραχώρησε μετά από την ολοκλήρωση της έρευνας από τον ανεξάρτητο ποινικό ανακριτή Παναγιώτη Καλλή, σημειώνοντας ότι μέσα από τα δεδομένα της απόφασης – όπως προέκυψαν – «ξεκάθαρα συνάγεται ότι ο Γενικός Εισαγγελέας, κινούμενος σε λεπτές γραμμές, ενήργησε, καθόλα, άμεμπτα».

«Οι αναφορές του είχαν ως βάση το ίδιο το περιεχόμενο του πορίσματος και με συνέπεια απέφυγε την προβολή προσωπικών του απόψεων, αποφεύγοντας, ταυτόχρονα, πολύ περισσότερο, την παράθεση οποιωνδήποτε ενοχοποιητικών για εμπλεκόμενα πρόσωπα δηλώσεων», σημειώνει το Ανώτατο.

Ακόμη, προσθέτει, «και η αποκάλυψη στο πόρισμα διάπραξης ποινικών αδικημάτων, αντικρίσθηκε από τον Γενικό Εισαγγελέα ως ‘ενδεχόμενο’ διάπραξης, αφήνοντας το όλο ζήτημα ανοικτό για προώθηση διαδικασίας, κατά τα προβλεπόμενα».

Τέλος, σημειώνει, «σεβόμενος πλήρως το τεκμήριο της αθωότητος, δεν προδίκασε ο,τιδήποτε σε σχέση με την πορεία και την τελική έκβαση της όλης υπόθεσης».

Γενικότερα για τους χειρισμούς του κ. Κληρίδη, το Δικαστήριο αποφάνθηκε ότι «ορθά, όπως ήδη καταγράψαμε, οι όλες ενέργειες και χειρισμός του Γενικού Εισαγγελέα κρίθηκαν – κατόπιν ανασκόπησης του συνόλου της μαρτυρίας και υπό το φως των νομικών αρχών που διέπουν το ζήτημα – ως άμεμπτες από το Δικαστήριο, τον μόνο και τελικό κριτή της υπόθεσης».

Αναφορικά με τον ισχυρισμό που προβλήθηκε περί ευρείας δημοσιότητας, το δικαστήριο υπενθύμισε ότι διαχρονική είναι η προσέγγιση ότι η δίκη δεν καταργείται λόγω δημοσιευμάτων, όσο έντονα και να είναι.

«Στην υπό εξέταση περίπτωση, δεν καταδείχθηκε οποιαδήποτε αρνητική επίδραση επί των παραγόντων της δίκης, αλλά ούτε και τέθηκε ενώπιόν μας καμία συγκεκριμένη, βάσιμη, εισήγηση επί του προκειμένου», αναφέρει το Εφετείο.

Συνεπώς, προσθέτει, «το όλο επιχείρημα παραμένει μετέωρο και έκθετο σε απόρριψη».

Για την ποινική έρευνα σημειώνει ότι «διεξάχθηκε κατά τρόπο αποτελεσματικό από ανεξάρτητους ποινικούς ανακριτές, οι οποίοι ενήργησαν, όπως επεξηγήθηκε, κατά τρόπο αψεγάδιαστο και καθόλα δίκαιο προς τους εμπλεκόμενους στην έρευνα».

Παράλληλα, σύμφωνα με το Ανώτατο, με την ανάθεση της υπόθεσης σε ιδιώτες κατήγορους αποφεύχθηκε η παρεμβολή του ίδιου του Γενικού Εισαγγελέα και διαφυλάχθηκε η ανεξαρτησία και το αμερόληπτο της όλης διαδικασίας. Ειδικότερα αναφορικά με ζητήματα που τέθηκαν για τους ιδιώτες κατήγορους, το δικαστήριο βρήκε ότι «δεν καταδείχθηκε κανένα συμφέρον». «Οι ισχυρισμοί παρέμειναν μετέωροι και αποσυνδεδεμένοι από πραγματική βάση», σημειώνει στην απόφασή του Εφετείο.

Για το ζήτημα της επιπρόσθετης ανάκρισης, το Δικαστήριο βρίσκει ότι κρίθηκε ως απαραίτητη για την κάλυψη κενών, όχι κατ’ επιλεκτικό τρόπο για ενοχοποίηση των κατηγορούμενων.

Μεταξύ άλλων, το Εφετείο δεν αποδέχθηκε επίσης τη θέση της υπεράσπισης του κ. Ερωτοκρίτου ότι ο ίδιος υπηρετούσε υπό τους όρους των δικαστών και απολάμβανε πλήρη ασυλία και άρα δεν μπορούσε να διωχθεί ποινικά.

 

Ενέργειες με στίγμα δεκασμού, διαπλοκής και διαφθοράς «δεν μπορούν να γίνουν ανεκτές»

Το Εφετείο συμφώνησε με την ορθότητα των ποινών που επιβλήθηκαν από το Μόνιμο Κακουργιοδικείο για όλους τους κατηγορούμενους, απορρίπτοντας την έφεση που είχε γίνει επί της ποινής από τους καταδικασθέντες.

Αναφερόμενο στον κ. Ερωτοκρίτου, σημειώνει ότι «η έκταση της επιβληθείσας ποινής ήταν απόλυτα δικαιολογημένη, λαμβάνοντας υπόψη την όλη εγκληματική συμπεριφορά του εφεσειόντα και τις συνθήκες που την περιέβαλλαν».

Ο εφεσείων, προσθέτει στην απόφασή του το τριμελές Σώμα, «ανεξάρτητος αξιωματούχος της Δημοκρατίας, περιβεβλημένος με συνταγματικές εξουσίες άμεσα συνυφασμένες με την πάταξη του εγκλήματος και, ευρύτερα, την ορθή απονομή της Δικαιοσύνης, ενεπλάκη, έχοντας ευτελή κίνητρα, σε κολάσιμες πράξεις δεκασμού και διαφθοράς, κλονίζοντας την εμπιστοσύνη της κοινωνίας στους θεσμούς πάταξης του εγκλήματος και δυναμιτίζοντας το θεμέλιο της Δικαιοσύνης».

«Η κοινωνία εναποθέτει τις ελπίδες της για προάσπιση των δικαιωμάτων και συμφερόντων της στους θεσμικούς αξιωματούχους. Αναμένει – και δικαιούται – από αυτούς άμεμπτη και υποδειγματική συμπεριφορά κατά την επιτέλεση των καθηκόντων τους», υπογραμμίζει.

Πολύ περισσότερο, αναφέρει, «από όσους κατέχουν υψηλές θέσεις, οι οποίες, αναπόδραστα, συνδέονται με ανάλογο επίπεδο ευθύνης».

«Υπό το πρίσμα αυτό, έκνομες ενέργειες που ιδίως φέρουν το στίγμα του δεκασμού, της διαπλοκής και της διαφθοράς, δεν μπορούν να γίνουν ανεκτές και θα πρέπει να αντιμετωπίζονται με ιδιαίτερη αυστηρότητα από τα Δικαστήρια, τα οποία δεν θα ήταν άξια της αποστολής τους και της εμπιστοσύνης του κοινού, αν αφίσταντο από το καθήκον τους για επιβολή αποτρεπτικών ποινών, προς αντιμετώπιση τέτοιας φύσεως εγκλημάτων».

Για τον Παναγιώτη Νεοκλέους, το Εφετείο βρίσκει ότι η τελική κρίση του Κακουργιοδικείου ως προς την απόρριψη της σχετικής εισήγησης για αναστολή της ποινής του «κινείται στα ορθά πλαίσια άσκησης της διακριτικής του ευχέρειας».

«Τα προβληθέντα προβλήματα υγείας του εφεσείοντα, σε συνάρτηση με το λευκό ποινικό του μητρώο και τις επιπτώσεις στις επαγγελματικές και οικογενειακές περιστάσεις που θα επέφερε ποινή άμεσης φυλάκισης, δεν ήταν ικανά για να κλίνουν την πλάστιγγα υπέρ της απόφασης για αναστολή», προσθέτει.

Σύμφωνα με την απόφαση του Ανωτάτου, «ορθά επισημαίνει το Κακουργιοδικείο ότι η φύση του αδικήματος και η σοβαρότητα των δεδομένων που το περιέβαλλαν ήταν τέτοιου βαθμού που δεν άφηναν περιθώρια αναστολής της επιβληθείσας ποινής φυλάκισης».

«Συμφωνούμε απόλυτα με το Κακουργιοδικείο ότι τυχόν αποδοχή του αιτήματος για αναστολή θα εξέπεμπε λανθασμένα μηνύματα, θα υπονόμευε τον αποτρεπτικό χαρακτήρα της επιβληθείσας ποινής και δεν θα αντικατόπτριζε την αντικειμενική σοβαρότητα του εγκλήματος στο οποίο κρίθηκε ένοχος ο εφεσείοντας», αναφέρουν οι Δικαστές του Ανωτάτου.

Και για τον κ. Κυπρίζογλου σύμφωνα με το Δικαστήριο «η έκταση της επιβληθείσας ποινής είναι απόλυτα δικαιολογημένη και δεν εντοπίζουμε οποιαδήποτε αναντιστοιχία μεταξύ της σοβαρότητας του εγκλήματος και της υπό αναφορά ποινής».

Ούτε βεβαίως, προστίθεται, «και παρέχεται περιθώριο επέμβασης στη βάση ουσιώδους απόκλισης της ποινής από το πλαίσιο που οριοθετεί η νομολογία σε παρόμοιες περιπτώσεις».

«Τονίζουμε μόνο ότι ο Εφεσείοντας, δικηγόρος, συλλειτουργός της Δικαιοσύνης, ενεπλάκη σε πράξεις δεκασμού και διαφθοράς, άμεσα συνυφασμένες με την ορθή απονομή της Δικαιοσύνης, την οποία τάχτηκε να  υπηρετεί», σημειώνεται.

Υπενθυμίζεται ότι το Μόνιμο Κακουργιοδικείο Λευκωσίας επέβαλε στον Ρίκκο Ερωτοκρίτου ποινής φυλάκισης 3,5 ετών στην κατηγορία του δεκασμού δημοσίου λειτουργού και ποινή φυλάκισης 1,5 έτους στην κατηγορία  της κατάχρησης εξουσίας. Στον Παναγιώτη Νεοκλέους, επιβλήθηκε ποινή φυλάκισης 2,5 ετών στην κατηγορία του δεκασμού δημοσίου λειτουργού και στον Ανδρέα Κυπρίζογλου επιβλήθηκε ποινή 1,5 έτους στην κατηγορία της συνωμοσίας προς καταδολίευση.

Στο δικηγορικό Γραφείο Νεοκλέους, επιβλήθηκε χρηματικό πρόστιμο €70.000 στην κατηγορία του δεκασμού δημοσίου λειτουργού.Η απόφαση προνοούσε άμεση φυλάκιση για τους Ρίκκο Ερωτοκρίτου και Παναγιώτη Νεοκλέους και αναστολή φυλάκισης για τον Ανδρέα Κυπρίζογλου. Οι ποινές φυλάκισης για τον Ρίκκο Ερωτοκρίτου συντρέχουν.  Πηγή: ΚΥΠΕ


Comments

comments

Σχετικά με τον Συγγραφέα