Δικαιώματα μετάδοσης αθλητικών γεγονότων

Δικαιώματα μετάδοσης αθλητικών γεγονότων


 


Tου Αντρέα Θ. Θεμιστοκλέους (BSc, MA, MBA, PhD cand.), Στέλεχος Διοίκησης Αθλητισμού, Μέλος Εκπαιδευτικού Προσωπικού Πανεπιστημίου Λευκωσίας

 

Το 2016 στην Αμερική, ο αθλητισμός κατείχε 127,000 τηλεοπτικές ώρες, μια αύξηση 160% σε μια δεκαετία, ενώ η αντίστοιχη αύξηση του χρόνου που ο κόσμος συμπλήρωσε παρακολουθώντας, ήταν κατά 40% μεγαλύτερη. Τα συνολικά δικαιώματα μετάδοσης αθλητικών γεγονότων, δε, ανήλθαν σε 18.9 δις δολάρια.

Αναμφίβολα, το θέμα αποτελεί το hot topic της εγχώριας αθλητικής επικαιρότητας σε επιχειρηματικό επίπεδο και η σπουδαιότητα του γίνεται εύκολα κατανοητή από το ντόρο που δημιουργήθηκε. Η προαγορά (και πολλές φορές προπληρωμή) δικαιωμάτων, που υλοποιούνται χρόνια μετά, αντανακλά και την επιχειρηματική σημασία που αποδίδεται από πλευράς των ιδιωτικών καναλιών καθώς και την τεράστια επενδυτική σημασία που τους αποδίδεται.

Δεν πρόκειται να σχολιάσω το ύψος των δαπανών, αφού είμαι εξ αυτών που θεωρούν ότι δεν υπάρχει ιδανική ή σωστή τιμή για κάτι το οποίο δεν είναι χειροπιαστό (intangible). Θα σημειώσω απλά ότι τα ετήσια τηλεοπτικά δικαιώματα της Α’ κατηγορίας του κυπριακού ποδοσφαίρου ανέρχονται περίπου σε 15 εκατ. ευρώ. Η πρώτη διαπίστωση είναι ότι το κόστος αυτό έχει λανθασμένα μετακυλιστεί στον καταναλωτή, που λόγω και της απουσίας μιας κοινής πλατφόρμας-οικοδεσπότη, πρέπει να διατηρεί πολλαπλές συνδρομές για να καταναλώνει ένα και μόνο προϊόν, με συνδυασμένο κόστος πέριξ των 2,000 ευρώ ετησίως. Με τόσο ψηλό κόστος, ορθώς ισχυρίζονται οι πλατφόρμες ότι είναι και βιώσιμες και επικερδείς, αν και τα οικονομικά αποτελέσματα τουλάχιστον της μιας εξ αυτών, τα οποία μας είναι διαθέσιμα, υποδηλώνουν ακριβώς το αντίθετο.

Δεύτερη διαπίστωση είναι ότι δεν έχει αξιοποιηθεί ή/και επικοινωνηθεί ένας σωστός και αξιόπιστος τρόπος ανάθεσης ετήσιας αξίας σε τηλεοπτικά δικαιώματα, που να είναι επιχειρηματικά λογική και συμφέρουσα προς όλες τις πλευρές. Θα ήταν καλά να παραδειγματιστούμε από προηγμένες χώρες, όπου πολλά στατιστικά στοιχεία αποτελούν τη βάση καθορισμού και ανάθεσης της τιμής του συγκεκριμένου προϊόντος. Αν μη τι άλλο, ο χειρισμός δημοσίων δαπανών πρέπει να διέπεται και από τους ανάλογους κανόνες χρηστής διοίκησης.

Τρίτη διαπίστωση είναι ότι όντως τα δικαιώματα μετάδοσης αθλητισμού είναι τέτοιας σημασίας για το μέσο καταναλωτή, που και ψηλό κόστος θα πληρώσει και επιπλέον υπηρεσίες θα αγοράσει (διαδίκτυο, τηλεφωνία κτλ). Αυτό ήταν ανέκαθεν ένα πειστικό επιχείρημα, που όμως πλέον έχει αποδυναμωθεί. Η γιγάντωση του δικαιωμάτων δημόσιας προβολής (public viewing) έχει επηρεάσει σημαντικά την αγορά και θα πρέπει να προβληματίσει ιδιαίτερα τις τηλεοπτικές πλατφόρμες. Όπως και στις ξένες αγορές και πιο προηγμένες αθλητικά, υπάρχει ήδη ανησυχία και αναφορά σε ενδεχόμενη «φούσκα» που θα σπάσει, καθώς  ο κόσμος είτε αξιοποιεί τη δημόσια προβολή, ή μετακινείται σε πιο τεχνολογικά προηγμένες μεθόδους ακολουθίας αθλητικών γεγονότων, ή απλά στρέφει την προσοχή του και σε εναλλακτικά είδη ψυχαγωγίας.

Κλείνω την τοποθέτηση μου με δύο συγκεκριμένες τοποθετήσεις, που ευελπιστώ να τύχουν κατάλληλης αξιοποίησης. Η διατήρηση ή αύξηση της τιμής μετάδοσης ενός αθλητικού γεγονότος εξαρτάται άμεσα από τη φυσική παρουσία μεγάλου κοινού στο χώρο διεξαγωγής του. Μην γελαστεί κανείς να πιστέψει σε αντικατάσταση της εμπειρίας του γηπέδου με την τηλεοπτική εμπειρία. Η εμπειρία του γηπέδου είναι αυτή που δίνει αξία στην τηλεοπτική εμπειρία και ας παραδειγματιστούν εκ νέου οι εμπλεκόμενοι και να δημιουργήσουν τέτοιες συνθήκες συμμετοχής, επίδρασης και κατανάλωσης αυτής της εμπειρίας για το φίλαθλο κοινό. Από την άλλη, ας θυμόμαστε πάντα ότι ο αθλητισμός είναι το πιο όμορφο δευτερεύων πράγμα στη ζωή μας και ως τέτοιο πρέπει να είναι προσιτό για το σύνολο των καταναλωτών. Γεγονότα ύψιστου ενδιαφέροντος και δη μεγάλες αθλητικές διοργανώσεις πρέπει να προβάλλονται με τέτοιο τρόπο από τους ίδιους τους κατέχοντες των δικαιωμάτων μετάδοσης, όπως άλλωστε προνοούν και σχετικές Ευρωπαϊκές οδηγίες.


Comments

comments

Categories: Απόψεις

Σχετικά με τον Συγγραφέα