Η διζωνική δικοινοτική ομοσπονδία και το ενιαίο κράτος

Η διζωνική δικοινοτική ομοσπονδία και το ενιαίο κράτος


 


Του Ανδρέα Θεοφάνους, Καθηγητής Πολιτικής Οικονομίας και Πρόεδρος του Κέντρου Ευρωπαϊκών και Διεθνών Υποθέσεων του Πανεπιστημίου Λευκωσίας

 

Ένα μη ευκαταφρόνητο ποσοστό της κοινής γνώμης καθώς και προσωπικότητες από όλο το φάσμα της πολιτικής, οικονομικής και κοινωνικής ζωής ολοένα και περισσότερο εκφράζουν σοβαρές επιφυλάξεις για τη διζωνική δικοινοτική ομοσπονδία όπως συζητείται. Άλλωστε δεν είναι τυχαίο που η ρητορική του Προέδρου Αναστασιάδη έχει διαφοροποιηθεί δραστικά τους τελευταίους μήνες καθώς υιοθέτησε τη θέση ότι ενώ θα εργασθεί σκληρά για μια διευθέτηση του Κυπριακού δεν θα αποδεχθεί λύση που θα οδηγεί σε κατάρρευση.

Από την άλλη ο υποψήφιος Πρόεδρος Σταύρος Μαλάς δήλωσε πριν λίγες μέρες ότι στο Κραν Μοντάνα χάθηκε μια ιστορική ευκαιρία.  Η πραγματικότητα όμως είναι ότι ελλοχεύει ο κίνδυνος για σοβαρή επιδείνωση του status quo από μια κακή διευθέτηση. Παρά ταύτα ένα μεγάλο μέρος του ΔΗΣΥ και του ΑΚΕΛ παραμένουν προσκολλημένοι στη διζωνική δικοινοτική ομοσπονδία όπως έχει διαμορφωθεί τους τελευταίους μήνες.  Στα πλαίσια αυτά θεωρούν ότι εκ των πραγμάτων τα συνιστώντα κράτη και η εκ περιτροπής Προεδρία είναι απαραίτητα στοιχεία της λύσης. Είναι προφανές ότι υπάρχει μια υποτίμηση διαφόρων δεδομένων όπως:

  • συνήθως κράτη που το πολιτειακό τους σύστημα στηρίζεται αποκλειστικά σε εθνοκοινοτικούς πυλώνες δεν έχουν ευοίωνο μέλλον
  • η υποτίμηση του ρόλου της Τουρκίας
  • η μεγάλη δυσπιστία που επικρατεί μεταξύ των εμπλεκόμενων μερών
  • τα προβλήματα νομιμοποίησης που θα αντιμετωπίσει το νέο κράτος
  • είναι πολύ δύσκολο έως αδύνατο να λειτουργήσει ένα τρικέφαλο κράτος στην Κύπρο με τους σκληρούς κανόνες της Ευρωζώνης.

Στον Ενδιάμεσο Χώρο τα δεδομένα είναι εξ ίσου πολύπλοκα. Ενώ υπάρχει σχεδόν ομοφωνία σε ό, τι δεν μπορεί να γίνει δεκτό, υφίσταται μια δυστοκία να εκφρασθεί ένας κοινός λόγος για το ζητούμενο. Έτσι αφ’ ενός γίνεται λόγος για «διζωνική δικοινοτική ομοσπονδία με το σωστό περιεχόμενο» και αφ’ ετέρου για ενιαίο κράτος.  Κατά την άποψη μου η έννοια της «διζωνικής δικοινοτικής ομοσπονδίας με το σωστό περιεχόμενο» παραπέμπει σε μια διπεριφερειακή δικοινοτική ομοσπονδία χωρίς συνιστώντα κράτη. Στην πορεία είναι επιθυμητό αλλά και δυνατό να εξελιχθεί σε μια λειτουργική πολυπεριφερειακή ομοσπονδία όπου ενώ ο κοινοτισμός θα λαμβάνεται υπ’ όψιν θα υπάρχουν και ενοποιητικά στοιχεία. Αφετηρία θα είναι το Σύνταγμα του 1960 το οποίο να τύχει αναθεώρησης με τρόπο που να ενισχύονται οι ενοποιητικές τάσεις.

Ένα άλλο ζήτημα είναι η εκ περιτροπής Προεδρία που είχε κατατεθεί από την τουρκοκυπριακή πλευρά.  Μια τέτοια ρύθμιση ούτε φυσιολογική είναι ούτε σταθεροποιητική έστω και με την προσθήκη για σταθμισμένη ψήφο.  Εναλλακτικά, είχα καταθέσει, μετά το δημοψήφισμα του 2004, τη θέση για κοινό ψηφοδέλτιο Προέδρου και Αντιπροέδρου οι οποίοι να μην προέρχονται από την ίδια κοινότητα.  Η πρόταση αυτή, η οποία πηγάζει από μια ενοποιητική ομοσπονδιακή φιλοσοφία, είναι δημοκρατική και, επιπρόσθετα, ενισχύει την οικοδόμηση κοινών στόχων.

Ενώ η επίσημη τουρκοκυπριακή πλευρά απορρίπτει τις θέσεις αυτές είναι εφικτό να προωθηθούν στο Ευρωπαϊκό και διεθνές πεδίο. Όμως η στοχοθέτηση του ενιαίου κράτους είναι ανέφικτη. Υπενθυμίζεται ότι το Σύνταγμα του 1960 στηριζόταν σε ένα μοντέλο συναινετικής δημοκρατίας (conscociational democracy) με εθνοκοινοτικούς πυλώνες. Εδαφικά η Κυπριακή Δημοκρατία ήταν ενιαία αλλά συνταγματικά υπήρχαν οι πυλώνες μιας δικοινοτικής ομοσπονδίας. Αναφέρονται συναφώς οι ξεχωριστοί καταλόγοι για εκλογή Προέδρου και Αντιπροέδρου, τα δικαιώματα αρνησικυρίας-Βέτο, η σύνθεση του Ανώτατου Δικαστηρίου κλπ.

Η Κυπριακή Δημοκρατία λειτούργησε ως ενιαίο κράτος μετά τις διακοινοτικές ταραχές του 1963-64 με βάση το Δίκαιο της Ανάγκης που νομιμοποιήθηκε τον Μάρτιο του 1964 με το Ψήφισμα 186 του Συμβουλίου Ασφαλείας του ΟΗΕ.  Διακοινοτικές συνομιλίες στη βάση ενός ενιαίου κράτους έλαβαν χώρα την περίοδο 1968-1974. Στις 13 Ιουλίου 1974 είχε προκαταρκτικά ολοκληρωθεί ένα προσχέδιο συμφωνίας για το Κυπριακό από τους Μιχαήλ Δεκλερή και Ορχάν Αλτικαστή.  Η συμφωνία αυτή, η οποία προνοούσε ένα ενιαίο κράτος με στοιχεία κοινοτικής αυτοδιοίκησης σε θέματα χαμηλής πολιτικής, επρόκειτο να μονογραφηθεί από τους δύο συνομιλητές, Γλαύκο Κληρίδη και Ράουφ Ντενκτάς, στις 16 Ιουλίου 1974. Η συνάντηση αυτή δεν πραγματοποιήθηκε ποτέ. Το πραξικόπημα και η εισβολή διαφοροποίησαν άρδην τα δεδομένα. Στις 23 Ιουλίου 1974 ο Γλαύκος Κληρίδης εισηγήθηκε στον Ράουφ Ντενκτάς την επαναφορά του Συντάγματος του 1960. Ο Τουρκοκύπριος ηγέτης σε συνεννόηση με την Άγκυρα απάντησε ότι ήταν πλέον αργά.  Ενώ από τις 23 Ιουλίου 1974 η Τουρκία αρνείται την επαναφορά στο Σύνταγμα του 1960 και έκτοτε υπάρχουν τετελεσμένα επί του εδάφους, δεν τίθεται θέμα συζήτησης στη βάση ενός ενιαίου κράτους.

Εν κατακλείδι είναι σημαντικό να τίθενται πραγματιστικοί στόχοι. Νομιμοποιούμεθα να μην αποδεχθούμε μια λύση η οποία διαλύει την Κυπριακή Δημοκρατία και την αντικαθιστά με ένα δυσλειτουργικό τρικέφαλο κράτος.  Ταυτόχρονα οφείλουμε να επιδιώξουμε μια λύση που να αποκαθιστά την ακεραιότητα της χώρας στα πλαίσια ενός ενοποιητικού ομοσπονδιακού μοντέλου.


Comments

comments

Categories: Απόψεις

Σχετικά με τον Συγγραφέα