ΕΕΜ: H μακρά περίοδος χαμηλών επιτοκίων κίνδυνος για τον τραπεζικό τομέα

ΕΕΜ: H μακρά περίοδος χαμηλών επιτοκίων κίνδυνος για τον τραπεζικό τομέα



 


Η παρατεταμένη περίοδος χαμηλών επιτοκίων, τα μεγάλα αποθέματα μη εξυπηρετούμενων δανείων (ΜΕΔ), και οι εξελίξεις στις αγορές κατοικιών και εμπορικών ακινήτων, είναι μεταξύ των 12 βασικών παραγόντων κινδύνου για τον τραπεζικό τομέα της ΕΕ, σύμφωνα με τον Ενιαίο Εποπτικό Μηχανισμό (ΕΕΜ), που αποτελεί το σύστημα τραπεζικής εποπτείας στην Ευρώπη.

Ταυτόχρονα, ο ΕΕΜ ανακοίνωσε ότι το 2018 η τραπεζική εποπτεία θα κινηθεί με άξονα τέσσερις τομείς προτεραιότητας που είναι τα επιχειρηματικά μοντέλα και παράγοντες που επηρεάζουν την κερδοφορία, ο πιστωτικός κίνδυνος, η διαχείριση κινδύνων και οι δραστηριότητες που περιλαμβάνουν πολλαπλές διαστάσεις κινδύνου.

Όπως αναφέρει σε ανακοίνωση που εξέδωσε ο ΕΕΜ, οι πηγές κινδύνου για τον τραπεζικό τομέα προσδιορίστηκαν σε συνεργασία με τις εθνικές αρμόδιες αρχές και λαμβάνουν υπόψη στοιχεία προερχόμενα από τις μεικτές εποπτικές ομάδες (ΜΕΟ), από αναλύσεις μικροπροληπτικής και μακροπροληπτικής εποπτείας της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας (ΕΚΤ), καθώς και από εκθέσεις διεθνών οργάνων.

Ειδικότερα, σύμφωνα με τον ΕΕΜ, οι βασικοί παράγοντες κινδύνου για τον τραπεζικό τομέα που εντοπίστηκαν είναι οι εξής: η παρατεταμένη περίοδος χαμηλών επιτοκίων, τα μεγάλα αποθέματα μη εξυπηρετούμενων δανείων (ΜΕΔ), η γεωπολιτική αβεβαιότητα, οι διαρθρωτικές οικονομικές προκλήσεις στη ζώνη του ευρώ (μεταξύ των οποίων οι δημοσιονομικές ανισορροπίες και οι ανησυχίες για τη βιωσιμότητα του χρέους), οι προοπτικές για την ανάπτυξη στις οικονομίες με αναδυόμενες αγορές, οι αντιδράσεις των τραπεζών σε νέες ρυθμιστικές πρωτοβουλίες, οι εξελίξεις στις αγορές κατοικιών και εμπορικών ακινήτων, η ανατιμολόγηση του κινδύνου στις χρηματοπιστωτικές αγορές, το ηλεκτρονικό έγκλημα και οι δυσλειτουργίες των πληροφοριακών συστημάτων, περιπτώσεις παραβάσεων, ο μη τραπεζικός ανταγωνισμός, η δυνητική χρεοκοπία κεντρικού αντισυμβαλλόμενου και ένα δύσκαμπτο επιχειρηματικό περιβάλλον.

Προκειμένου να διασφαλιστεί ότι οι τράπεζες θα αντιμετωπίσουν αυτές τις βασικές προκλήσεις αποτελεσματικά, η Τραπεζική Εποπτεία της ΕΚΤ αναθεώρησε τις εποπτικές της προτεραιότητες.

Ο ΕΕΜ τονίζει ότι η κατάσταση κινδύνου που περιγράφεται παραπάνω «απαιτεί να διατηρηθεί η έμφαση στους τομείς προτεραιότητας υψηλού επιπέδου που είχαν καθοριστεί το 2017, αν και με κάποιες τροποποιήσεις» και σημειώνει ότι «το 2018 η τραπεζική εποπτεία θα κινηθεί με άξονα τέσσερις τομείς προτεραιότητας που είναι τα επιχειρηματικά μοντέλα και παράγοντες που επηρεάζουν την κερδοφορία, ο πιστωτικός κίνδυνος, η διαχείριση κινδύνων και οι δραστηριότητες που περιλαμβάνουν πολλαπλές διαστάσεις κινδύνου.

«Για καθέναν από αυτούς τους τομείς προτεραιότητας θα αναληφθεί σειρά εποπτικών πρωτοβουλιών. Το χρονικό διάστημα που θα απαιτηθεί για την πλήρη εφαρμογή αυτών των πρωτοβουλιών μπορεί να υπερβαίνει το ένα έτος», υπογραμμίζει.

 

Επιχειρηματικά μοντέλα

Σύμφωνα με τον ΕΕΜ, τα επιχειρηματικά μοντέλα και οι παράγοντες που επηρεάζουν την κερδοφορία των τραπεζών εξακολουθούν να αποτελούν προτεραιότητα για την Τραπεζική Εποπτεία της ΕΚΤ το 2018.

Σημειώνει ότι στο επίκεντρο των δραστηριοτήτων θα τεθούν η εξέλιξη της κερδοφορίας των τραπεζών στο τρέχον περιβάλλον και η αξιολόγηση των επιδράσεων που μπορεί να ασκήσει ο κίνδυνος επιτοκίου στις τράπεζες. Για τους σκοπούς αυτούς, η Τραπεζική Εποπτεία της ΕΚΤ θα λάβει υπόψη τα αποτελέσματα της πρόσφατης οριζόντιας ανάλυσης των παραγόντων που επηρεάζουν την κερδοφορία των τραπεζών.

Επιπλέον, αναφέρει ότι τα ευρήματα της ανάλυσης ευαισθησίας όσον αφορά τον κίνδυνο επιτοκίου στο τραπεζικό χαρτοφυλάκιο (interest rate risk in the banking book – IRRBB) θα βοηθήσουν τους επόπτες να συνεχίσουν τον διάλογο σχετικά με τον αντίκτυπο πιθανών μεταβολών των επιπέδων των επιτοκίων στις τράπεζες.

 

Πιστωτικό κίνδυνος

Αναφορικά με τα ΜΕΔ, ο ΕΕΜ αναφέρει ότι «αρκετά ιδρύματα εξακολουθούν να καταγράφουν μεγάλα αποθέματα ΜΕΔ, πράγμα που μπορεί τελικά να έχει αρνητικό αντίκτυπο στις τραπεζικές χορηγήσεις προς την οικονομία», τονίζοντας ότι «τα υψηλά επίπεδα των ΜΕΔ επηρεάζουν το κεφάλαιο και τη χρηματοδότηση, μειώνουν την κερδοφορία και, κατά συνέπεια, περιορίζουν την προσφορά πιστώσεων προς τα νοικοκυριά και τις επιχειρήσεις».

Η διευθέτηση των ΜΕΔ είναι επομένως σημαντική τόσο για τη βιωσιμότητα των τραπεζών όσο και για τις μακροοικονομικές επιδόσεις», υπογραμμίζει.

Μετά τη δημοσίευση του εγγράφου κατευθύνσεων σχετικά με τα ΜΕΔ, σύμφωνα με τον ΕΕΜ, ο εποπτικός διάλογος με τις τράπεζες θα συνεχιστεί με έντονη έμφαση στην εξέταση των στρατηγικών για τα ΜΕΔ, στον εγκαιρότερο σχηματισμό προβλέψεων έναντι ΜΕΔ και τις πιο έγκαιρες διαγραφές ΜΕΔ. Επιπροσθέτως, η ομάδα δράσης για τα ΜΕΔ θα συνεχίσει να στηρίζει τις ΜΕΟ στην ανάληψη περαιτέρω δράσεων και στον εποπτικό διάλογο όσον αφορά τα μη εξυπηρετούμενα ανοίγματα των τραπεζών», προσθέτει.

Σε σχέση με τη συγκέντρωση των ανοιγμάτων των τραπεζών σε συγκεκριμένες κατηγορίες περιουσιακών στοιχείων, ο ΕΕΜ αναφέρει ότι αυτό το θέμα «συνεχίζει να απαιτεί προσοχή από εποπτική σκοπιά», προσθέτοντας ότι «η εποπτική προσέγγιση που συνδυάζει επιτόπια και μη στοιχεία η οποία υιοθετήθηκε αποτελεσματικά στο πλαίσιο των ναυτιλιακών χαρτοφυλακίων προβλέπεται να εφαρμοστεί με την πάροδο του χρόνου και σε άλλες κατηγορίες περιουσιακών στοιχείων όπως τα ακίνητα».

Επιπλέον, αναφέρει ότι το εποπτικό έργο θα επικεντρωθεί στις πρακτικές που εφαρμόζουν οι τράπεζες για τη διαχείριση και την αποτίμηση εξασφαλίσεων.

 

Διαχείριση κινδύνων

Αυτός ο τομέας προτεραιότητας, σύμφωνα με τον ΕΕΜ, συνδυάζει στοιχεία που έχουν συνεχιζόμενη σημασία όσον αφορά τη διαχείριση κινδύνων εκ μέρους των τραπεζών.

Προσθέτει ότι πολυάριθμες δραστηριότητες θα διενεργηθούν στο πλαίσιο της καθημερινής εποπτείας, συμπεριλαμβανομένης της παρακολούθησης σύνθετων χρηματοδοτικών μέσων, π.χ. περιουσιακών στοιχείων επιπέδου 2 και επιπέδου 3.

Συγκεκριμένα, σύμφωνα με τον ΕΕΜ, προσοχή θα δοθεί ειδικότερα στις ακόλουθες πρωτοβουλίες που είναι η στοχευμένη αξιολόγηση εσωτερικών υποδειγμάτων (targeted review of internal models – TRIM) με πρωταρχικό στόχο να ενισχυθεί η αξιοπιστία και να επιβεβαιωθεί η επάρκεια των εγκεκριμένων εσωτερικών υποδειγμάτων Πυλώνα Ι των τραπεζών, οι εσωτερικές διαδικασίες αξιολόγησης της κεφαλαιακής επάρκειας (Internal Capital Adequacy Assessment Processes – ICAAP) και οι εσωτερικές διαδικασίες αξιολόγησης της επάρκειας ρευστότητας (Internal Liquidity Adequacy Assessment Processes – ILAAP), οι οποίες έχουν θεμελιώδη σημασία για τα ιδρύματα όσον αφορά τη διαχείριση της κεφαλαιακής επάρκειας και της επάρκειας ρευστότητας και ο βαθμός ετοιμότητας για το ΔΠΧΑ 9 και άλλες ρυθμιστικές αλλαγές.

 

Πολλαπλές διαστάσεις κινδύνου

Σύμφωνα με τον ΕΕΜ, οι εποπτικές δραστηριότητες που έχουν προβλεφθεί για το 2018 με σκοπό την αντιμετώπιση πολλαπλών διαστάσεων κινδύνου περιλαμβάνουν τη διενέργεια ασκήσεων προσομοίωσης ακραίων καταστάσεων καθώς και τις εξελισσόμενες προετοιμασίες για την έξοδο του Ηνωμένου Βασιλείου από την Ευρωπαϊκή Ένωση (Brexit).

 

Προετοιμασίες για το Brexit

Ο ΕΕΜ αναφέρει ότι το Brexit θα συνεχίσει να καταλαμβάνει θέση προτεραιότητας στο εποπτικό πρόγραμμα για το 2018 και σημειώνει ότι «το επίκεντρο των δραστηριοτήτων θα μετατοπιστεί από τις προπαρασκευαστικές εργασίες στην πρακτική εφαρμογή των θέσεων πολιτικής που θα αναπτυχθούν».

«Οι ΜΕΟ θα συνεχίσουν να συνδιαλέγονται ενεργά με τα σημαντικά ιδρύματα που θα επηρεαστούν από το Brexit και να παρακολουθούν στενά την περαιτέρω ανάπτυξη και εφαρμογή των σχεδίων έκτακτης ανάγκης των τραπεζών», υπογραμμίζει.

 

Ασκήσεις προσομοίωσης ακραίων καταστάσεων (Stress test)

Επιπλέον, ο Ενιαίος Εποπτικός Μηχανισμός αναφέρει σε σχέση με τις εποπτικές ασκήσεις προσομοίωσης ακραίων καταστάσεων που θα διενεργηθούν το 2018 ότι θα πραγματοποιηθούν δύο συμπληρωματικές ασκήσεις με την πρώτη να αποτελεί ένα δείγμα μεγάλων σημαντικών ιδρυμάτων θα συμμετάσχουν στην άσκηση σε επίπεδο ΕΕ υπό τον συντονισμό της Ευρωπαϊκής Αρχής Τραπεζών.

Προσθέτει ότι η ΕΚΤ θα διενεργήσει πρόσθετη άσκηση για τα υπόλοιπα σημαντικά ιδρύματα που δεν θα συμμετέχουν στην πρώτη άσκηση.

Ο ΕΕΜ αναφέρει ότι τα αποτελέσματα των ασκήσεων προσομοίωσης ακραίων καταστάσεων θα ενσωματωθούν στη διαδικασία εποπτικού ελέγχου και αξιολόγησης (Supervisory Review and Evaluation Process – SREP), θα ενισχύσουν τις ικανότητες προσομοίωσης ακραίων καταστάσεων και διαχείρισης κινδύνων των ίδιων των τραπεζών και θα παράσχουν ποσοτική αξιολόγηση των προφίλ κινδύνου των τραπεζών σε διάφορες κατηγορίες κινδύνου.

Τέλος, ο ΕΕΜ αναφέρει ότι «δεν θα πρέπει να θεωρηθεί ότι οι κίνδυνοι και οι εποπτικές προτεραιότητες περιορίζονται στα προαναφερθέντα» και σημειώνει ότι «διάφορες δραστηριότητες που δεν προβάλλονται ρητώς στο παρόν έγγραφο πραγματοποιούνται σε διαρκή βάση, για παράδειγμα σε σχέση με κινδύνους συνδεόμενους με τα πληροφοριακά συστήματα και το ηλεκτρονικό έγκλημα».

Επιπλέον, αναφέρει ότι ενδέχεται να απαιτηθούν διαφοροποιήσεις ως προς τις εποπτικές δραστηριότητες σε επίπεδο τράπεζας, λαμβανομένων υπόψη των συγκεκριμένων προφίλ κινδύνου των πιστωτικών ιδρυμάτων.

Ωστόσο, ο ΕΕΜ αναφέρει ότι οι εποπτικές προτεραιότητες αποτελούν απαραίτητο εργαλείο για τον συντονισμό των εποπτικών δράσεων στις τράπεζες με κατάλληλα εναρμονισμένο, αναλογικό και αποτελεσματικό τρόπο και έτσι, συμβάλλουν στην εξασφάλιση ίσων όρων ανταγωνισμού και ενισχύουν την επίδραση του εποπτικού έργου. Πηγή:  ΚΥΠΕ


Comments

comments

Σχετικά με τον Συγγραφέα