Εταιρείες Διαχείρισης Περιουσιακών Στοιχείων: Τι πρέπει να προσεχθεί

Εταιρείες Διαχείρισης Περιουσιακών Στοιχείων: Τι πρέπει να προσεχθεί


 


Του Μιχάλη Κρονίδη, Διευθυντής Σύνδεσμος Τραπεζών Κύπρου

 

Τα τελευταία χρόνια έχει συσσωρευθεί ένας μεγάλος όγκος μη-εξυπηρετούμενων δανείων (ΜΕΔ) στους ισολογισμούς των ευρωπαϊκών τραπεζών, γεγονός που αποτελεί αρνητική εξέλιξη όσον αφορά την χρηματοπιστωτική σταθερότητα. Τα υψηλά επίπεδα ΜΕΔ περιορίζουν την παροχή νέων δανείων, διαβρώνουν την κερδοφορία και τη φερεγγυότητα των τραπεζών, αυξάνουν τις κεφαλαιακές ανάγκες και αναπόφευκτα οδηγούν σε υψηλότερα επιτόκια δανεισμού.

Τον τελευταίο χρόνο οι ευρωπαϊκές αρχές έχουν αναγνωρίσει ότι τα υψηλά επίπεδα ΜΕΔ στους ισολογισμούς των τραπεζών επηρεάζουν την αποτελεσματικότητα της νομισματικής πολιτικής και επιβραδύνουν την οικονομική ανάπτυξη, καθιστώντας έτσι αναγκαία την υιοθέτηση συλλογικών και συντονισμένων ενεργειών προς αντιμετώπιση του προβλήματος. Ανάμεσα σε άλλες ενέργειες, όπως η ενδυνάμωση της δευτερογενούς αγοράς ΜΕΔ και η εναρμόνιση του πτωχευτικού δικαίου, είναι και αυτή της δημιουργίας Εταιρειών Διαχείρισης Περιουσιακών Στοιχείων (ΕΔΠΣ). Η σύσταση ΕΔΠΣ επιτρέπει στις τράπεζες να μεταφέρουν «κακά» περιουσιακά στοιχεία εκτός του ισολογισμού, βελτιώνοντας έτσι τη φερεγγυότητα και την κερδοφορία τους και ενισχύοντας τη δυνατότητα χρηματοδότησης παραγωγικών τομέων της οικονομίας.

Το εγχείρημα όμως δεν είναι τόσο απλό. Οι εμπειρίες και τα διδάγματα τα τελευταία 25 χρόνια οριοθετούν τις παραμέτρους που καθορίζουν εν πολλοίς την επιτυχία του εγχειρήματος. Πιο κάτω θα αναφερθώ στις τέσσερις πιο σημαντικές παραμέτρους που διαδραματίζουν ουσιαστικό ρόλο, τόσο στην ελαχιστοποίηση των κινδύνων όσο και στην επιτυχή έκβαση του εγχειρήματος σύστασης ΕΔΠΣ.

Η πρώτη παράμετρος αφορά το νομικό πλαίσιο που περιβάλλει τη σύσταση και τη λειτουργία της ΕΔΠΣ. Η υπό σύσταση ΕΔΠΣ θα κληθεί να διαχειριστεί τα ΜΕΔ που θα μεταφερθούν σε αυτήν ακριβώς με τον ίδιο τρόπο που αυτά τυγχάνουν διαχείρισης από τις τράπεζες. Οι κυριότερες πρακτικές διαχείρισης ΜΕΔ είναι η αναδιάρθρωση, η ρευστοποίηση/διαγραφή, η τιτλοποίηση και η πώληση του δανείου. Επομένως, είναι εξαιρετικά σημαντικό να δοθούν στην ΕΔΠΣ όλες οι αρμοδιότητες και τα εργαλεία διαχείρισης ΜΕΔ ώστε αυτή να μπορεί να ανακτήσει αξία από τα περιουσιακά στοιχεία που θα αποκτήσει. Επιπλέον, θα πρέπει να υπάρχει σε ισχύ ένα λειτουργικό πλαίσιο αφερεγγυότητας, ένα εύρυθμο και αποδοτικό δικαστικό σύστημα και ένα αποτελεσματικό νομικό πλαίσιο κατάσχεσης και ρευστοποίησης περιουσιακών στοιχείων για είσπραξη των οφειλών. Είναι αποδεδειγμένο ότι οι καθυστερήσεις στην ανάκτηση των ενυπόθηκων εξασφαλίσεων και οι μακροχρόνιες νομικές διαδικασίες διαβρώνουν την αξία των περιουσιακών στοιχείων, θέτοντας έτσι την ΕΔΠΣ στην ίδια, δυσμενή θέση με την αρχική τράπεζα.

Η δεύτερη παράμετρος αφορά το ιδιοκτησιακό καθεστώς και τη χρηματοδότηση της ΕΔΠΣ. Η ΕΔΠΣ μπορεί να είναι δημόσια ή ιδιωτική ή συνδυασμός των δυο. Σε περιόδους οικονομικής κρίσης η δυνατότητα χρηματοδότησης της ΕΔΠΣ από τον δημόσιο τομέα είναι πολύ περιορισμένη λόγω έλλειψης οικονομικών πόρων. Ένας συνδυασμός ιδιωτικού και δημόσιου μοντέλου συνεταιρισμού, με το πλειοψηφικό μετοχικό μερίδιο να ανήκει σε συμμετέχοντες από τον ιδιωτικό τομέα, είναι το ιδανικό για να μπορέσει να επιτευχθεί επαρκής χρηματοδότηση, να συνδυάσει τα σχετικά πλεονεκτήματα των δυο τομέων, να αυξήσει τη λειτουργική αποδοτικότητα και τέλος να απομονώσει την ΕΔΠΣ από πολιτικές παρεμβάσεις και επιρροές.

Η τρίτη παράμετρος αφορά τη διακυβέρνηση και το πλαίσιο λειτουργίας της ΕΔΠΣ. Η διαφανής και αδιάβλητη διακυβέρνηση αλλά και η αντικειμενική οριοθέτηση στόχων που θα πρέπει να επιτευχθούν, αποτελούν σημαντικούς παράγοντες που συμβάλουν στην επιτυχία του εγχειρήματος. Η ΕΔΠΣ θα πρέπει να έχει ξεκάθαρη εντολή να μεγιστοποιήσει, σε εμπορική βάση και εντός προκαθορισμένου χρονικού πλαισίου, την ανακτήσιμη αξία των ΜΕΔ που θα αποκτήσει. Συνεπώς, η ΕΔΠΣ δεν θα πρέπει να συσταθεί με σκοπό την «αποθήκευση» των μεταφερθέντων ΜΕΔ αλλά αντίθετα για να διαχειριστεί τα περιουσιακά στοιχεία που θα αποκτήσει δια μέσου των επιλογών της αναδιάρθρωσης, της ρευστοποίησης/διαγραφής, της πώλησης και της τιτλοποίσης.

Επιπλέον, είναι σημαντικό να επιτραπεί στην ΕΔΠΣ να μπορεί να χρησιμοποιεί κάθε νομικό εργαλείο ή στρατηγική που σχετίζεται με τη ρευστοποίηση της εξασφάλισης, ανεξάρτητα από πολιτικές ή άλλες παρεμβάσεις, ούτως ώστε να πετύχει τους στόχους της. Τέλος, επιβάλλεται να τεθεί ένα αυστηρό χρονοδιάγραμμα ολοκλήρωσης των εργασιών και διάλυσης της ΕΔΠΣ για να περιοριστεί η δημιουργία «ηθικού κινδύνου» και να αποφευχθεί ο κίνδυνος συνέχισης των εργασιών και ύπαρξης της ΕΔΠΣ επ’ αόριστον.

Η τέταρτη παράμετρος αφορά τις κατηγορίες και την τιμή των ΜΕΔ που θα αποκτήσει η ΕΔΠΣ. Για να επιτευχθεί ο στόχος της μεγιστοποίησης της ανακτήσιμης αξίας θα πρέπει η ΕΔΠΣ να αποκτήσει εκείνα τα δάνεια που αποδεδειγμένα φέρουν μεγάλη ανακτήσιμη αξία, όπως είναι τα εταιρικά δάνεια και τα δάνεια ανάπτυξης ακινήτων. Αυτές οι κατηγορίες δανείων μπορούν να τύχουν αποτελεσματικής και αποδοτικής διαχείρισης σε σύγκριση με τα μικρά δάνεια λιανικής τραπεζικής (ιδιώτες) τα οποία συνήθως απαιτούν σημαντικά λειτουργικά έξοδα. Επίσης, ενδείκνυται να αποφασιστεί κατά πόσον η μεταφορά ΜΕΔ στην ΕΔΠΣ θα καταστεί υποχρεωτική για όλες τις τράπεζες, τόσο για σκοπούς επίτευξης του στόχου της συλλογικής αντιμετώπισης του προβλήματος των ΜΕΔ όσο και για λόγους ίσης μεταχείρισης όλων των τραπεζών. Τέλος, θα πρέπει να καθοριστεί η τιμή/αξία των ΜΕΔ που θα αποκτήσει η ΕΔΠΣ. Οι αρχές θα πρέπει να προβούν σε μια ολοκληρωμένη αποτίμηση της αγοραίας αξίας των δανείων που θα μεταφερθούν, χρησιμοποιώντας ρεαλιστικά σενάρια και προϋποθέσεις, ώστε να προσδιορίσουν με ακρίβεια τις αναμενόμενες μελλοντικές ροές. Οι σημαντικότεροι παράγοντες που θα καθορίσουν την τιμή/αξία των ΜΕΔ που θα αποκτήσει ΕΔΠΣ είναι η αγοραία αξία των ενυπόθηκων εξασφαλίσεων, η ποιότητα και τα χαρακτηριστικά των συμβάσεων/συμβολαίων πελάτη-τράπεζας και η αξία άλλων πιθανών εξασφαλίσεων (εγγυήσεις, μετρητά, μετοχές). Κατά τον καθορισμό της τιμής/αξίας των ΜΕΔ οι αρχές θα πρέπει να λάβουν υπόψη και τις όποιες κεφαλαιακές ανάγκες δύναται να προκύψουν από τις ζημιές που πιθανόν να καταγράψουν οι τράπεζες.

Τα μεγάλα αποθέματα ΜΕΔ απαιτούν συλλογικές και συντονισμένες δράσεις ώστε να αποκατασταθεί και να διασφαλιστεί η χρηματοπιστωτική σταθερότητα αλλά και να αναζωογονηθεί η παροχή πιστωτικών διευκολύνσεων στην πραγματική οικονομία. Οι ΕΔΠΣ προσφέρουν ένα αποτελεσματικό εργαλείο διαχείρισης τέτοιων συστημικών προβλημάτων υπό την προϋπόθεση ότι οι αναγκαίες αποφάσεις πολιτικής βασίζονται στις σύγχρονες διεθνείς πρακτικές και στην ορθή υιοθέτηση των βασικών παραμέτρων. Σε διαφορετική περίπτωση, το πρόβλημα των ΜΕΔ όχι μόνο θα παραμείνει άλυτο αλλά τελικά θα μετακυλιστεί από τις τράπεζες στον δημόσιο τομέα, και δη στους φορολογούμενους πολίτες, με τρομερές μακροπρόθεσμες οικονομικές και άλλες συνέπειες.


Comments

comments

Categories: Απόψεις

Σχετικά με τον Συγγραφέα