Μεγάλη ζήτηση για τα ελληνικά ομόλογα

Μεγάλη ζήτηση για τα ελληνικά ομόλογα


 


Tου Μάριου Μαυρίδη, Καθηγητής Οικονομικών Ευρωπαϊκό Πανεπιστήμιο, βουλευτής Κερύνειας ΔΗΣΥ

Μπορεί τα ομόλογα του Ελληνικού Δημοσίου να είχαν μεγάλο ρίσκο κατά τα προηγούμενα χρόνια, αλλά είχαν τις ψηλότερες αποδόσεις για όσους τόλμησαν να ρισκάρουν, επιβεβαιώνοντας για ακόμη μια φορά ότι η απόδοση μια επένδυσης είναι συνάρτηση του ρίσκου που εμπεριέχει. Το 2017, οι τιμές των μακροπρόθεσμων Ελληνικών ομολόγων, δηλαδή αυτών που λήγουν μετά το 2030, κατέγραψαν άνοδο 60%. Οι αντίστοιχες αποδόσεις κρατικών ομολόγων άλλων χωρών ήταν πολύ χαμηλές, ενώ σε πολλές περιπτώσεις αρνητικές. Δηλαδή, κάποιος αγόραζε ένα ομόλογο στην αρχή του έτους, και μέχρι το τέλος του έτους, η τιμή του ήταν χαμηλότερη. Τα Αμερικάνικα ομόλογα για παράδειγμα, είχαν αρνητικές αποδόσεις, γύρω στο -2.4%, και τα Ιαπωνικά ομόλογα γύρω στο -2.7%. Όμως, οι χαμηλές αποδόσεις σημαίνει και χαμηλότερο ρίσκο.  Οι επενδυτές που τα αγοράζουν ψάχνουν για ασφάλεια περισσότερο παρά για απόδοση.

Τα κρατικά ομόλογα θεωρούνται ως αρκετά ασφαλής επένδυση αλλά δεν συνοδεύονται από εξασφαλίσεις. Οι αγοραστές κρατικών ομολόγων, οι οποίοι δανείζουν ουσιαστικά ένα κράτος, γνωρίζουν εκ των προτέρων ότι δεν υπάρχει κάποια εξασφάλιση για την επένδυση τους, σε περίπτωση που μια κυβέρνηση κηρύξει στάση πληρωμών και αδυνατεί να πληρώσει.  Η  μόνη εξασφάλιση για τους αγοραστές κρατικών ομολόγων είναι το αξιόχρεο της χώρας, το οποίο προκύπτει από την καλή διαχείριση των δημοσίων οικονομικών της κυβέρνησης και την αποφασιστικότητα της να διατηρήσει ισοσκελισμένους προϋπολογισμούς.  Εναπόκειται δηλαδή στην κάθε κυβέρνηση να πείσει τους επενδυτές να αγοράσουν τα ομόλογα της, με συνετή και νοικοκυρεμένη δημοσιονομική πολιτική.  Οι διάφοροι οίκοι αξιολόγησης βαθμολογούν το αξιόχρεο της κάθε χώρας και οι επενδυτές λαμβάνουν σοβαρά υπόψη τις εκθέσεις τους.

Το 2017 τα ομόλογα του Ελληνικού δημοσίου ήταν σε μεγάλη ζήτηση λόγω της θετικής πορείας της οικονομίας αλλά πολύ περισσότερο λόγω της επίτευξης πρωτογενούς πλεονάσματος στον προϋπολογισμό. Οι επενδυτές κρατικών ομολόγων ενδιαφέρονται περισσότερο να πάρουν τα χρήματα τους πίσω και έτσι η δημοσιονομική εξυγίανση της χώρας που τα εκδίδει αποτελεί απαραίτητη προϋπόθεση, προκειμένου να υπάρξει αγοραστικό ενδιαφέρον.  Η αποφασιστικότητα της Ελληνικής κυβέρνησης να επιβάλει μέτρα για την εξυγίανση των δημοσίων οικονομικών, έχει πείσει τους επενδυτές ότι η Ελλάδα θα καταφέρει να ανταποκριθεί στις υποχρεώσεις της στο μέλλον.  Το 2017 ήταν καθοριστικό έτος για την Ελληνική οικονομία και την αναστροφή του αρνητικού κλίματος που για χρόνια επικρατούσε στις διεθνείς αγορές.

Μετά από οκτώ χρόνια αποκλεισμού της από τις διεθνείς αγορές ομολόγων, η Ελλάδα έχει και πάλι πρόσβαση στις διεθνείς αγορές.  Στο τέλος του 2017, η απόδοση του δεκαετούς Ελληνικού ομολόγου υποχώρησε στο 4%, γεγονός που επιτρέπει στη χώρα να βγει στις αγορές.  Υπολογίζεται ότι τον Αύγουστο του 2018, η Ελλάδα θα ολοκληρώσει το μνημόνιο με επιτυχία.  Βεβαίως, μετά και την ολοκλήρωση του μνημονίου τα πράγματα δεν θα είναι εύκολα λόγω του τεράστιου δημόσιου χρέους της χώρας, το οποίο ουσιαστικά «τρώει» την ανάπτυξη.  Το ψηλό χρέος συνεπάγεται και ψηλό κόστος εξυπηρέτησης του (τόκοι), με αποτέλεσμα να μην περισσεύουν χρήματα για ανάπτυξη.  Πάντως, οι αγορές ψηφίζουν υπέρ της Ελλάδας και φαίνεται να υπάρχει φως στην άκρη στης σήραγγας.

 

 

 


Comments

comments

Categories: Απόψεις
Tags: economy, greece

Σχετικά με τον Συγγραφέα