Ο Σημίτης και η δήθεν «ευδόκιμη συνεργασία»

Ο Σημίτης και η δήθεν «ευδόκιμη συνεργασία»


 

 

 

 

 

Του Χρήστου Ιακώβου*

Στις 20 Απριλίου, το Ινστιτούτο Γλαύκος Κληρίδης προσκάλεσε ως ομιλητή για να τιμήσει τα 100 χρόνια από τη γέννηση του ιδρυτή του Δημοκρατικού Συναγερμού, τον πρώην πρωθυπουργό της Ελλάδος Κώστα Σημίτη. Θέμα της διάλεξής του: «Αναστοχασμοί μιας ευδόκιμης συνεργασίας». Προσωπικώς, μού προκάλεσε έκπληξη γιατί η παρουσία του Κώστα Σημίτη λειτούργησε ακυρωτικά σε σχέση με επιλογές που έκαναν οι κυβερνήσεις Ανδρέα Παπανδρέου και Γλαύκου Κληρίδη, όπως το Δόγμα του Ενιαίου Αμυντικού Χώρου και το ζήτημα των πυραύλων S-300. Οι ακυρωτικές αποφάσεις του Κώστα Σημίτη προκάλεσαν, γι’ αυτούς που γνωρίζουν τα γεγονότα, αρνητικές συνέπειες στην πορεία του Κυπριακού, οι οποίες κορυφώθηκαν με το δημοψήφισμα του 2004. Σε κάποιες δε περιπτώσεις όπως τον Δεκέμβριο του 1998, όταν συζητήθηκε στην Αθήνα το θέμα των S-300, ήρθε σε ευθεία αντιπαράθεση με τον Γλαύκο Κληρίδη, ασχέτως αν ο Κληρίδης επέλεξε να μην μιλήσει ποτέ δημοσίως για το θέμα αυτό, αποφεύγοντας αντιπαράθεση με την Ελλάδα για το εθνικό θέμα.

Η πολιτική Σημίτη στο Κυπριακό δεν ήταν αποσπασματική ως προς την εν γένει εξωτερική πολιτική του ελλαδικού κράτους. Απλώς, η πολιτική Σημίτη και αργότερα του Γιώργου Παπανδρέου είχε φέρει στην επιφάνεια το ζήτημα του ρόλου που ιστορικώς διεδραμάτισαν κάποιες πολιτικές δυνάμεις μέσα στο ελλαδικό κράτος σε σχέση με τον εξωελλαδικό ελληνισμό, και πιο ειδικά με την Κυπριακή Δημοκρατία.

Η όλη στάση του τότε πρωθυπουργού της Ελλάδος, όπως έχει αποτυπωθεί καθ’ όλη τη διάρκεια προ του δημοψηφίσματος δεν ήταν τίποτε άλλο από μία σημειολογική επίκληση της «σοφίας» και δήθεν «υπεύθυνης» εποπτείας των εθνικών προτεραιοτήτων από την Αθήνα σε σχέση με τις επιλογές που θα πρέπει να κάνει η Κυπριακή Δημοκρατία. Αυτή υπήρξε, δυστυχώς, η στάση με την οποία ο Αθηναϊκός μανδαρινισμός αντιμετώπισε τον Κυπριακό Ελληνισμό από την εποχή του αντιαποικιακού αγώνα μέχρι σήμερα. Κι αυτή η συμπεριφορά δεν είναι άνευ ιστορικής προέλευσης.

Η Μικρασιατική Καταστροφή (1922) και η τραγική απόληξή της υπήρξαν το ορόσημο για την αναίρεση της Μεγάλης Ιδέας ως βασικής συντεταγμένης της ελληνικής εξωτερικής πολιτικής. Η ήττα του 1922 και η συνεπακόλουθη συσπείρωση του μεγαλυτέρου μέρους του Ελληνισμού μέσα στα όρια του ελληνικού κράτους είχε ως συνέπεια την σταδιακή ταύτιση του ελληνικού κράτους με το ελληνικό έθνος καθώς επίσης και τη δημιουργία νέων ρυθμιστικών αρχών στην εξωτερική πολιτική και πιο ειδικά στην διαχείριση των συμφερόντων των υπολειμμάτων του εξωελλαδικού ελληνισμού. Η πολιτική αυτή αποκρυσταλλώθηκε από τον Βενιζέλο μέσα από τις διπλωματικές συγκυρίες του μεσοπολέμου. Η νέα διπλωματική προσέγγιση που καθιέρωσε ο Βενιζέλος στηριζόταν στην διασφάλιση της επιβίωσης του εξωελλαδικού ελληνισμού μέσω της διπλωματίας καλών σχέσεων με τις μεγάλες δυνάμεις και της πολιτικής κατευνασμού προς εκείνα τα κράτη κάτω από την κυριαρχία των οποίων βρισκόντουσαν διάφορα τμήματα του Ελληνισμού, και πιο ειδικά με την Τουρκία.

Με αυτή την νέα λογική η Αθήνα προσέγγισε το εθνικό αίτημα των Κυπρίων για Ένωση με την Ελλάδα, την δεκαετία του 1950, μέσα από μία Αγγλοελλαδική και Ελλαδοτουρκική προσέγγιση, έστω και αν αυτό οδηγούσε στην εγκατάλειψη του αιτήματος για Ένωση, που και η ίδια η Αθήνα απεδέχθη, και σταδιακώς έφερε τη νέα πολιτική της σε αντιπαράθεση με τους στόχους του ελληνικού εθνικού κινήματος στην Κύπρο. Αυτό οδήγησε, αναπόδραστα, σε σταδιακή αποξένωση από τα πολιτικά αιτήματα των ντόπιων Ελλήνων. Η εμμονή της Αθήνας στην επιβολή των επιλογών της με εκβιαστικό τρόπο πάνω στους πολιτικά «ανώριμους» Κυπρίους, όπως εμφατικά τόνιζαν Ελλαδίτες διπλωμάτες λίγο πριν την υπογραφή των συμφωνιών Ζυρίχης – Λονδίνου, είχε σαν συνέπεια η ελλαδική στοχοθεσία στο κυπριακό βαθμιαία να αλλάζει μέσω μίας διαδικασίας που τα βασικά της χαρακτηριστικά ήταν η παθητικότητα, η έλλειψη συνοχής, η αναποτελεσματικότητα και, τέλος, η συρρίκνωση στόχων. Το ιδιαίτερα σημαντικό είναι ότι η Αθήνα μετά τις πιέσεις που ασκούσε άφηνε να φαίνεται η τελική επιλογή ότι προερχόταν από τους ίδιους τους Κυπρίους και όταν αργότερα ενέσκηπταν προβλήματα (1963-1974) κατελόγιζε την ευθύνη στους κακούς χειρισμούς της ελληνοκυπριακής ηγεσίας, παρασιωπώντας και αποφεύγοντας τις δικές της ευθύνες.

Η τραγική θέση στην οποία βρέθηκε η Κυπριακή Δημοκρατία μετά το 1974 καθώς επίσης και η ισχυρή διπλωματική υποστήριξη που χρειάστηκε για να ενταχθεί στην ΕΕ δημιούργησαν νέες συνθήκες αυξημένης εξάρτησης της Κυπριακής Δημοκρατίας από την ελλαδική διπλωματία. Η καθολική εποπτεία των εθνικών συμφερόντων από την Αθήνα και η αλαζονική πανσοφία των διπλωματικών μανδαρίνων του Ελλαδικού υπουργείου εξωτερικών, που θέλουν να διατηρούν για τον εαυτό τους το ρόλο των τιμητών της υποτιθέμενης πολιτικής ανικανότητας και ανευθυνότητας του Κυπριακού Ελληνισμού, απετέλεσαν τη βάση υλοποίησης της πολιτικής της διακυβέρνησης Σημίτη στο Κυπριακό και της επανεμφανισθείσας τότε θεωρίας του «εθνικού κέντρου». Αυτή η πολιτική δεν απετέλεσε καινοτομία στην ιστορία του κυπριακού ζητήματος. Είναι μία συνέχεια της λογικής που διέπει τη στάση της Αθήνας ως «εθνικού κέντρου» μετά το 1922, μίας στάσης που επέβαλε μία κολοβή Κυπριακή Δημοκρατία το 1960, την οποία υπέσκαψε τραγικώς το 1974 και την οποία προσπάθησε να οδηγήσει σε διάλυση το δίδυμο Σημίτη-Παπανδρέου το 2004, στο βωμό μίας αβέβαιης ελληνοτουρκικής φιλίας. Η λογική αυτή πλέον, χωρίς παραπέτασμα, είχε πλέον αποκρυσταλλώσει το δυσάρεστο για τον κυπριακό ελληνισμό συμπέρασμα ότι στη στρατηγική του Σημίτη τα συμφέροντα του Αθηναϊκού κράτους ευρίσκοντο σε υψηλότερη προτεραιότητα απ’ ότι τα συμφέροντα του εξωελλαδικού ελληνισμού. Τώρα, αν ο ίδιος αυτή τη στρατηγική την ονομάζει «ευδόκιμη συνεργασία» είναι δικαίωμά του όπως και δικαίωμά μας είναι να έχουμε διαφορετική άποψη.

*Διευθυντής του Κυπριακού Κέντρου Μελετών και Αριστίνδην Υποψήφιος Ευρωβουλευτής με την ΕΔΕΚ.


 

Categories: Απόψεις