Το πρόβλημα με τα διαβατήρια

Το πρόβλημα με τα διαβατήρια


 


Σχέδια προσέλκυσης επενδυτών μέσω της αγοράς γης οδηγούν σε τεχνητή αύξηση των τιμών των ακινήτων και συνεπώς σε δημιουργία υπεραξίας

 

Του Σωφρόνη Κληρίδη, Καθηγητής Οικονομικών Πανεπιστήμιο Κύπρου

 

Η Κυπριακή οικονομία καταγράφει ψηλούς ρυθμούς ανάπτυξης το τελευταίο διάστημα, με αποκορύφωμα το 3.3% του πρώτου τριμήνου του 2017. Πέρα από τον τουρισμό, η ανάπτυξη οφείλεται στην κτηματαγορά και τις κατασκευές, τομείς που επωφελούνται κυρίως από το σχέδιο πολιτογράφησης ξένων επενδυτών.

Πολλές χώρες έχουν καταρτίσει σχέδια προσέλκυσης ξένων επενδυτών με παραχώρηση υπηκοότητας ή μόνιμης διαμονής. Επί της αρχής, η ιδέα είναι καλή. Οι ξένοι επενδυτές μπορούν να φέρουν κεφάλαια, τεχνογνωσία και εμπειρία, και να πραγματοποιήσουν επενδύσεις που να συνεισφέρουν σημαντικά σε μια οικονομία, ειδικά όταν αυτή είναι μικρή όπως τη δική μας.  Το πρόβλημα είναι ότι τα περισσότερα σχέδια –περιλαμβανομένου και του Κυπριακού– δίνουν έμφαση σε επενδύσεις σε ακίνητα. Μια ξένη επένδυση σε ακίνητη περιουσία αποφέρει πολύ λιγότερα οφέλη από μια ισομεγέθη επένδυση σε δραστηριότητες όπως η ανέγερση ενός εργοστασίου, η δημιουργία ενός ερευνητικού εργαστηρίου ή η εγκατάσταση των κεντρικών γραφείων μιας εταιρείας. Αυτές οι δραστηριότητες δημιουργούν ελκυστικές θέσεις εργασίας, εισαγάγουν τεχνολογία και εμπειρογνωμοσύνη, και δημιουργούν ζήτηση για τοπικά προϊόντα και υπηρεσίες όπως σχολεία και εστιατόρια. Αποφέρουν συνεχή και μακροπρόθεσμα οφέλη που διανέμονται ευρέως σε μεγάλη μερίδα του πληθυσμού.

Αντίθετα, τα οφέλη από τις επενδύσεις σε ακίνητα είναι βραχύβια και συγκεντρωμένα. Επωφελούνται κυρίως οι μεγάλοι γαιοκτήμονες, οι εταιρείες ανάπτυξης γης, και οι μεσάζοντες που μεσολαβούν στις συναλλαγές. Αυτό ισχύει ιδιαίτερα όταν οι νέοι πολίτες δεν έχουν καμία υποχρέωση διαμονής στη καινούρια τους πατρίδα, όπως ισχύει στην Κύπρο και κάποια νησάκια της Καραϊβικής και του Ειρηνικού. Kαι καταλήγουμε να έχουμε πολυτελή κτήρια-φαντάσματα.

Σχέδια προσέλκυσης επενδυτών μέσω της αγοράς γης οδηγούν σε τεχνητή αύξηση των τιμών των ακινήτων και συνεπώς σε δημιουργία υπεραξίας, ή άλλως οικονομικών προσόδων (rents). Όπως μας εξήγησε ο Ντέιβιντ Ρικάρντο πριν 200 χρόνια, πρόσοδος είναι το υπερκέρδος που αποκομίζουν οι ιδιοκτήτες κάποιου σπάνιου συντελεστή παραγωγής χωρίς να κοπιάσουν ή να επενδύσουν, απλώς γιατί αυξήθηκε η τιμή του. Την εποχή του Ρικάρντο αυτός ο συντελεστής ήταν η γη και κερδισμένοι ήταν οι μεγάλοι γαιοκτήμονες που την κληρονόμησαν. Την δική μας εποχή υπάρχει ένας επιπρόσθετος πόρος που τελεί σε σπανιότητα: η πληροφορία και οι διασυνδέσεις (προσωπικές, πολιτικές, ή άλλες). Πέραν των ιδιοκτητών γης λοιπόν, επωφελούνται όσοι γνωρίζουν το σύστημα και μπορούν να το αξιοποιήσουν προς ίδιον όφελος, εισπράττοντας έτσι ένα σημαντικό μερίδιο των προσόδων που δημιουργεί αυτή η κρατική πολιτική. Δεν είναι τυχαίο που πολλοί πολιτικοί και άτομα συνδεδεμένα με αυτούς δραστηριοποιούνται σε αυτό τον τομέα. Το πρόσφατο παράδειγμα της οικογένειας του γαμπρού του Ντόναλντ Τραμπ είναι ενδεικτικό.

Πέρα από τον πλουτισμό των τυχερών ιδιοκτητών τους, η αύξηση των τιμών των ακινήτων δημιουργεί και άλλα προβλήματα. Το σημαντικότερο είναι ότι καθιστά άλλες επενδύσεις μη κερδοφόρες, με αποτέλεσμα να δημιουργείται παραγκωνισμός επενδύσεων σε άλλους τομείς της οικονομίας. Οι τιμές των ακινήτων στο παραλιακό μέτωπο της Λεμεσού έχουν ανέβει σε τέτοια επίπεδα όπου ουσιαστικά η μόνη συμφέρουσα επένδυση είναι η ανέγερση πύργων με διαμερίσματα για όσους ενδιαφέρονται για διαβατήρια. Δεν είναι συμφέρουσα, για παράδειγμα, η ανέγερση ενός καινούριου ξενοδοχείου. Πρόκειται για μια μορφή της Ολλανδικής νόσου: η μεγάλη ανάπτυξη ενός κλάδου της οικονομίας οδηγεί σε αύξηση των τιμών αγαθών και ακινήτων, καθώς και μισθών, σε τέτοιο βαθμό που καθιστά τους υπόλοιπους τομείς μη ανταγωνιστικούς και τους οδηγεί σε συρρίκνωση. Δημιουργείται εξάρτηση από ένα κλάδο της οικονομίας, και όταν αυτός σταματήσει να αναπτύσσεται δημιουργούνται σοβαρά προβλήματα σε όλη την οικονομία.

Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι το Κυπριακό σχέδιο προσέλκυσης επενδυτών είναι επιτυχημένο αν το κρίνουμε με βάση το ενδιαφέρον που προσέλκυσε και τη συνεισφορά του στην αναζωογόνηση του τομέα των κατασκευών, αλλά και στην οικονομική ανάπτυξη γενικότερα. Αν ήταν σε όλους κατανοητό ότι πρόκειται για ένα σχέδιο έκτακτης ανάγκης για την αντιμετώπιση της κρίσης, τότε οι αρνητικές του επιπτώσεις θα μπορούσαν να προσπεραστούν. Δυστυχώς όμως αυτό δεν φαίνεται να ισχύει. Η ευφορία που δημιουργείται από την εφήμερη ανάπτυξη δημιουργεί εφησυχασμό και υποσκάπτει τις προσπάθειες για μεταρρυθμίσεις και εκσυγχρονισμό.

Η υπηκοότητα είναι δημόσιος πλούτος. Αν είναι να πωληθεί, πρέπει να γίνεται με τέτοιο τρόπο ώστε οι στρεβλώσεις να ελαχιστοποιούνται και τα οφέλη να διαχέονται σε όσο το δυνατό περισσότερους. Όπως έγραψε πρόσφατα το περιοδικό Economist, θα ήταν καλύτερο οι ενδιαφερόμενοι να βγάζουν μια επιταγή στο όνομα της Κυπριακής Δημοκρατίας. Με τον τρόπο που εφαρμόζεται σήμερα, το σχέδιο ωφελεί τους λίγους και δημιουργεί τεράστιες στρεβλώσεις που αποθαρρύνουν τις επενδύσεις σε άλλους τομείς της οικονομίας. Χρειάζεται να επανεξεταστεί το συντομότερο, προτού προκαλέσει μεγαλύτερη ζημιά.


Comments

comments

Categories: Απόψεις

Σχετικά με τον Συγγραφέα