Άλλο βιωσιμότητα και άλλο επάρκεια

Άλλο βιωσιμότητα και άλλο επάρκεια

 


Του Δημήτρη Γεωργιάδη¸ Πρόεδρος Δημοσιονομικού Συμβουλίου

 

Δύο προτάσεις – τοποθετήσεις του παρελθόντος κατά την άποψη μου αποτυπώνουν τη γενική αντίληψη που επικρατούσε και ακόμη φαίνεται να επικρατεί γύρω από θέματα οικονομίας. Ταυτόχρονα εξηγούν γιατί οδηγηθήκαμε στη τελευταία κρίση και πιθανόν να οδηγηθούμε σε μια νέα.

Η πρώτη αφορούσε τις επανειλημμένες προειδοποιήσεις διεθνούς οργανισμού για τα διαρθρωτικά προβλήματα της κυπριακής οικονομίας και τους κινδύνους που ελλόχευαν. Η εντός Κύπρου απάντηση ήταν: «κάθε χρόνο μας λένε τα ίδια αλλά τίποτα δεν γίνεται»… μέχρι που έγινε.

Η δεύτερη αφορούσε το Ταμείο Κοινωνικών Ασφαλίσεων και τις εισηγήσεις για αλλαγές ώστε να καταστεί διαχρονικά βιώσιμο. Ανάλογη και αυτή τη φορά η απάντηση: «έχουμε από τις χαμηλότερες συνεισφορές και από τις ψηλότερες παροχές στην ΕΕ. Έχουμε το πιο πετυχημένο σύστημα. Ποιος ο λόγος να το αλλάξουμε;».

Πολλές φορές τα δεδομένα είναι τόσο ξεκάθαρα που δεν χρειάζονται ακαδημαϊκοί και ειδικοί-επαγγελματίες να τα εξηγήσουν. Η χρήση απλή λογικής που διαθέτει, όχι ο μέσος αλλά ο κάθε πολίτης, θα ήταν υπέρ-αρκετή για την αναγνώριση ίσως και την επίλυση πολλών προβλημάτων. Όμως συνήθως επιλέγεται η χρήση συνθημάτων τα οποία φαίνεται πως γίνονται εύκολα πιστευτά και παραμερίζουν τη λογική. Απορρίπτονται οι οποιεσδήποτε εισηγήσεις για αλλαγές και μεταρρυθμίσεις με τη μεγαλύτερη ευκολία και έτσι συσσωρεύονται και διογκώνονται τα προβλήματα. Μεταφέρονται σε άλλες ομάδες και χειρότερα σε άλλες γενιές.

Για να αυξηθεί το όριο συνταξιοδότησης 2 χρόνια υπήρξαν έντονες αντιδράσεις. Το ίδιο για την αύξηση των εισφορών στο Ταμείο Κοινωνικών Ασφαλίσεων.  Υπήρξε δηλαδή η απαίτηση να εργάζονται οι νέες γενιές για τις συντάξεις τη σημερινής γενιάς. Στην αντίληψη της σημερινής γενιάς αυτό αποτελούσε κεκτημένο δικαίωμα της. Να μην αποταμιεύει ικανοποιητικά και να καλύπτει το κενό η επόμενη γενιά.

Στις Εκθέσεις του Δημοσιονομικού Συμβουλίου διαχρονικά καταγράφεται το ποσοστό αποταμίευσης των νοικοκυριών στην Κύπρο. Για 5η συνεχή χρονιά το ποσοστό παραμένει αρνητικό. Πριν από αυτό, ακόμη και κατά τις περιόδους με ισχυρούς ρυθμούς οικονομικής ανάπτυξης το ποσοστό αυτό βρισκόταν κοντά στο μισό του μέσου όρου της ΕΕ. Μόνο αυτό το στοιχείο είναι αρκετό για να αντιληφθεί κάποιος ότι τίθεται θέμα διασφάλισης επαρκών συντάξεων στην Κύπρο.

Ένα σημαντικό ποσοστό του πληθυσμού πιθανόν δεν θα αντιμετωπίσει αυτό το πρόβλημα. Οι υπάλληλοι στον ευρύτερο δημόσιο τομέα, στον τραπεζικό τομέα και σε κάποια επαγγέλματα με πολύ ψηλές αμοιβές θα έχουν συντάξεις ή συσσωρευμένο πλούτο που θα τους διασφαλίσει ένα ικανοποιητικό επίπεδο διαβίωσης. Ένα μεγάλο μέρος του πληθυσμού όμως θα πρέπει να ζήσει μόνο με τη σύνταξη του Ταμείου Κοινωνικών Ασφαλίσεων και σε αρκετές περιπτώσεις αυτή δεν θα ξεπερνά το όριο της φτώχιας.

Σήμερα αυτό το φαινόμενο αντιμετωπίζεται είτε μέσω της ενδοοικογενειακής στήριξης είτε με τη πώληση ακινήτων που κληρονομήθηκαν. Αυτά όμως, όπως και στις πλείστες χώρες, θα περιοριστούν και θα τερματιστούν. Άρα θα έπρεπε ήδη να είχε γίνει νέος σχεδιασμός. Να δημιουργηθεί το πλαίσιο και οι συνθήκες που θα ενθαρρύνουν ή και να υποχρεώνουν  την αποταμίευση για την απόκτηση επαρκούς σύνταξης.

Παρόλο που έχουν γίνει κάποια βήματα, αυτά είναι με πολύ αργό ρυθμό, ενώ άρχισαν να ακούγονται οι πρώτες φωνές αντίδρασης. Επαναλαμβάνω ότι για δύο χρόνια αύξηση στο όριο συνταξιοδότησης υπήρξαν έντονες αντιδράσεις, ενώ για τα 5 χρόνια αρνητικής αποταμίευσης που θα έχουν μεγαλύτερη επίπτωση στη σύνταξη της σημερινής γενιάς δεν υπάρχουν καν ανησυχίες. Εάν δεν ανατραπεί άμεσα αυτή η τάση, η απουσίας κουλτούρας αποταμίευσης από τα νοικοκυριά, μεγάλος αριθμός πολιτών δεν θα έχει την πολυτέλεια να συνταξιοδοτηθεί σε οποιαδήποτε ηλικία, εκτός αν έχει στήριξη από το κράτος.

Το επιχείρημα που ακούγεται συχνά για τα χαμηλά εισοδήματα που δεν επιτρέπουν την αποταμίευση σε μεγάλο βαθμό δεν ευσταθεί. Σίγουρα κάποια άτομα, για κάποια χρονική περίοδο, όπως και σε κάθε χώρα, δεν θα μπορούν να αποταμιεύσουν. Τα εισοδήματα στην Κύπρο είναι κοντά στο μέσο όρο της ΕΕ. Γιατί το μέσο ποσοστό αποταμίευσης να είναι κοντά στο μισό του μέσου όρου της ΕΕ; Δυστυχώς γίνεται επίκληση αυτών που δεν μπορούν να αποταμιεύσουν ώστε να δικαιολογηθούν και αυτοί που μπορούν αλλά δεν αποταμιεύουν. Κάτι ανάλογο με αυτό που καταγράφεται σε συζητήσεις για άλλα σοβαρά προβλήματα όπως των μη εξυπηρετούμενων δανείων.

Μπορεί λοιπόν με τις μεταρρυθμίσεις και τις αλλαγές στα συνταξιοδοτικά του δημοσίου και του Ταμείου Κοινωνικών Ασφαλίσεων να διασφαλίστηκε η βιωσιμότητα τους, όμως δεν έχει αντιμετωπιστεί το πρόβλημα της επάρκειας. Μακροχρόνια αυτό ίσως αποδεχθεί αν όχι η μεγαλύτερη μια από τις σημαντικότερες προκλήσεις για την κοινωνία και τα δημόσια οικονομικά.

 

* Οι απόψεις που εκφράζονται είναι προσωπικές.

Categories: ΑΠΟΨΕΙΣ