Εφαρμογή ΓεΣΥ – Πως επηρεάζει πολίτες, επιχειρήσεις και την πραγματική οικονομία  

Εφαρμογή ΓεΣΥ – Πως επηρεάζει πολίτες, επιχειρήσεις και την πραγματική οικονομία   

 


Του Θεόδωρου Μάντη, Επικεφαλής Συμβουλευτικών Υπηρεσιών Ανθρώπινου Δυναμικού,  Μισθοδοσίας και Μετανάστευσης της Ellinas Finance

 

Στον πυρετό των διεργασιών για την εφαρμογή του Γενικού Συστήματος Υγείας (ΓεΣΥ), δημιουργούνται εύλογες απορίες για τον κοινωνικοοικονομικό αντίκτυπο που θα έχει το όλο εγχείρημα. Οι προβληματισμοί του κοινού έγιναν ακόμη πιο έντονοι μετά τη δημοσιοποίηση των στοιχείων του Συνδέσμου Ασφαλιστικών Εταιρειών Κύπρου, που καταδεικνύουν αύξηση του κύκλου εργασιών στον τομέα των ιδιωτικών ασφαλειών υγείας για το 2019. Ως πλέον βάσιμη αιτιολόγηση για την προαναφερθείσα ανάπτυξη, φαίνεται να είναι η έντονη αβεβαιότητα που πλανάται γύρω από το ΓεΣΥ και τις ευρύτερες δομές του, εξαιτίας και της δημόσιας αντιπαράθεσης μεταξύ των εμπλεκομένων μερών.

Βασική πηγή χρηματοδότησης του νέου συστήματος υγείας είναι οι εισφορές, οι οποίες άρχισαν ήδη να καταβάλλονται από την 1η Μαρτίου 2019 και θα αυξηθούν την 1η Μαρτίου 2020, όπου θα εφαρμοστεί πλήρως το σύστημα. Οι κατηγορίες των εισφορέων είναι οι μισθωτοί, οι εργοδότες, το κράτος, οι αυτοτελώς εργαζόμενοι, οι συνταξιούχοι, οι εισοδηματίες, οι αξιωματούχοι και τα πρόσωπα υπεύθυνα για την καταβολή σε αξιωματούχους των προβλεπόμενων αποδοχών τους. Οι συνεισφορές μισθωτών, εργοδοτών και αυτοτελώς εργαζομένων, που αποτελούν και τη μεγάλη πλειοψηφία των εισφορέων που προέρχονται από τον ιδιωτικό τομέα, έχουν καθοριστεί για το 2019 στο 1,70%, 1,85% και 2,55% αντίστοιχα, ενώ το 2020 τα ποσοστά αυτά θα αυξηθούν στο 2,65%, 2,90% και 4% αντίστοιχα.

Όπως γίνεται αντιληπτό από τα πιο πάνω στοιχεία, η εφαρμογή του ΓεΣΥ αναμένεται να επιφέρει σημαντικές αλλαγές για τους εργαζομένους και τις επιχειρήσεις, με αλυσιδωτές επιπτώσεις που πιθανόν να επηρεάσουν το σύνολο της οικονομίας. Οι αποκοπές αυτές δημιουργούν άμεση αύξηση του κόστους ανά υπάλληλο για τον εργοδότη, αλλά ταυτόχρονα και μείωση του καθαρού εισοδήματος των εργοδοτουμένων. Ιδιαίτερα στις επιχειρήσεις οι οποίες ήδη παρέχουν ιατροφαρμακευτική κάλυψη μέσω ιδιωτικών ασφαλιστικών εταιρειών, θα δημιουργηθεί το σοβαρό δίλημμα εάν θα πρέπει να συνεχίσουν την παροχή των ιδιωτικών σχεδίων υγείας ή να προχωρήσουν στον τερματισμό τους. Ιδιαίτερα όσο η δημόσια συζήτηση και οι αντιπαραθέσεις γύρω από το ΓεΣΥ συνεχίζονται, ο προβληματισμός εργοδοτών και εργοδοτουμένων εντείνεται αναφορικά με το   να πάρουν την απόφαση να τερματίσουν τα ιδιωτικά ασφαλιστικά σχέδια υγείας.

Στην περίπτωση όπου η επιλογή των εργοδοτών είναι να συνεχίσει η ύπαρξη ιδιωτικών σχεδίων ιατροφαρμακευτικής κάλυψης, έχει ως πιθανό αποτέλεσμα τη μείωση του καθαρού εισοδήματος των εργοδοτουμένων, είτε με την πληρωμή ολόκληρου του ποσού του ασφαλίστρου (για το οποίο συνήθως η καταβολή γινόταν εξημισίας από τον εργοδότη και τους εργοδοτούμενους είτε εξολοκλήρου από τον εργοδότη)  προς τις ιδιωτικές ασφαλιστικές εταιρείες, είτε ως πιθανή μείωση μισθού με ποσοστό  ισάξιο με την αναγκαστική εισφορά του εργοδότη στο ΓεΣΥ.

Επιπρόσθετα, όσοι θελήσουν να συνεχίσουν την ιδιωτική ασφάλιση, για σκοπούς συμπληρωματικής κάλυψης, μέσω των εταιρειών τους τότε είναι πιθανόν να επιβαρυνθούν και με επιπλέον καταβολές φόρου μέσω PAYE, καθότι η κάλυψη μέσω ιδιωτικών σχεδίων υγείας μπορεί να θεωρηθεί ως Παροχή σε Είδος, όταν προσφέρεται κατ’ εξαίρεση και όχι στο σύνολο των εργαζομένων και εφόσον πλέον θα υπάρχει ιατροφαρμακευτική κάλυψη μέσω του ΓεΣΥ.

Την ίδια ώρα ένα ακόμα σημείο το οποίο χρήζει διευκρίνησης από τις αρμόδιες αρχές, είναι η σύγκρουση της απαίτησης  κατάθεσης πιστοποιητικού ασφάλισης υγείας ιδιωτικών ασφαλιστικών εταιριών από τους εργοδότες των υπηκόων τρίτων χωρών αλλά και Ευρωπαίων, κατόχων πιστοποιητικών Α1, που προτίθενται να εργοδοτηθούν στην Κύπρο, εφόσον πλέον η νομοθεσία θα επιβάλλει την καταβολή εισφορών στο ΓεΣΥ.

Το ΓεΣΥ είναι αδιαμφισβήτητα μια κοινωνική αναγκαιότητα. Κάθε σύγχρονο κράτος, στο πλαίσιο της κοινωνικής του πολιτικής, οφείλει να προσφέρει στους πολίτες του ισότιμη  πρόσβαση σε ποιοτικές υπηρεσίες υγείας. Η προσεχτική διαχείριση του νέου συστήματος υγείας από τα αρμόδια σώματα και η έγκαιρη διασαφήνιση σοβαρών ζητημάτων, όπως αυτά που αναφέρονται πιο πάνω, είναι εξαιρετικής σημασίας για την επιτυχή λειτουργία του.

 

 

Categories: ΑΠΟΨΕΙΣ