Επιτάχυνση μεταρρυθμίσεων και συγκράτηση δαπανών ζητούν οι θεσμοί που εποπτεύουν την κυπριακή οικονομία

Επιτάχυνση μεταρρυθμίσεων και συγκράτηση δαπανών ζητούν οι θεσμοί που εποπτεύουν την κυπριακή οικονομία


Επιτάχυνση των διαρθρωτικών μεταρρυθμίσεων, “προκειμένου να στηρίξουν την ανάπτυξη και τις αντοχές της οικονομίας στο μέλλον”, με έμφαση στη δημόσια διοίκηση και την τοπική αυτοδιοίκηση, αλλά και προσπάθειες μείωσης των Μη Εξυπηρετούμενων Δανείων και συγκράτηση των δημόσιων δαπανών “σύμφωνα με τις απαιτήσεις του προληπτικού σκέλους του Συμφώνου Σταθερότητας και Ανάπτυξης”, ζητούν τα στελέχη της Κομισιόν, της ΕΚΤ και του ΕSM, που από κοινού με το ΔΝΤ, ολοκλήρωσαν την αποστολή μεταπρογραμματικού ελέγχου της κυπριακής οικονομίας.

Αναλυτικά, σύμφωνα με γραπτή δήλωση που εξέδωσε η Κομισιόν εκ μέρους των θεσμών, τα στελέχη των θεσμών καταγράφουν ότι “παρά το γεγονός ότι παραμένει ισχυρή, η οικονομική ανάπτυξη επιβραδύνεται σταδιακά” και “μετά από αύξηση του πραγματικού ΑΕΠ κατά 3,9 % το 2018, ο ρυθμός οικονομικής ανάπτυξης μετριάστηκε κατά το πρώτο εξάμηνο του 2019, γεγονός που αντικατοπτρίζει σε μεγάλο βαθμό εξωτερικούς παράγοντες”.

Σημειώνουν δε ότι η ιδιωτική κατανάλωση “ήταν εύρωστη λόγω της βελτίωσης της αγοράς εργασίας, όπου τα επίπεδα απασχόλησης και διαθέσιμου εισοδήματος είναι διαρκώς αυξανόμενα, ενώ οι επενδύσεις επωφελήθηκαν από ορισμένα μεγάλης κλίμακας έργα στον τομέα του τουρισμού και των υποδομών με χρηματοδότηση από την αλλοδαπή”.

“Μετά την καταγραφή υψηλών ρυθμών ανάπτυξης κατά την περίοδο 2016-2018, τα έσοδα από τον τουρισμό υποχώρησαν κατά το πρώτο εξάμηνο του 2019” και ο πληθωρισμός “αναμένεται να παραμείνει σε χαμηλά επίπεδα εν μέσω της επιδείνωσης του εξωτερικού περιβάλλοντος”.

Καταγράφουν ότι “η ισχυρή, αν και μικρότερη, ανάπτυξη προβλέπεται να συνεχιστεί μεσοπρόθεσμα χάρη στην ανθεκτική εγχώρια ζήτηση”.

Προειδοποιούν ωστόσο ότι “οι κίνδυνοι παραμένουν, καθώς το σημαντικό έλλειμμα του ισοζυγίου τρεχουσών συναλλαγών και το επίπεδο χρέους του ιδιωτικού τομέα – που, παρά την πτωτική τάση, παραμένει υψηλό – καθιστούν την Κύπρο ευάλωτη, μεταξύ άλλων και σε μια εν δυνάμει επιδείνωση του χρηματοδοτικού περιβάλλοντος”.

Σύμφωνα με τα ευρήματα τις αποστολής, οι δημοσιονομικές επιδόσεις “αναμένεται να παραμείνουν ισχυρές” και “το ισοζύγιο του ευρύτερου δημόσιου τομέα για το 2019 αναμένεται να εμφανίσει σημαντικό πλεόνασμα άνω του 3,5 % του ΑΕΠ λόγω της αύξησης των φορολογικών εσόδων και ορισμένων έκτακτων παραγόντων”.

Σημειώνεται ότι “τα πλεονάσματα αναμένεται να μειωθούν κάπως το 2020 και το 2021, αντικατοπτρίζοντας εν μέρει τις αυξήσεις στις δαπάνες για τη δημόσια υγεία και το μισθολογικό κόστος του δημόσιου τομέα λόγω της σταδιακής ανατροπής των μέτρων για τους μισθούς που εφαρμόστηκαν κατά τη διάρκεια της κρίσης”.

Καταγράφεται όμως ότι “ο υψηλός δείκτης δημόσιου χρέους ως προς το ΑΕΠ αναμένεται να μειωθεί κατά τα προσεχή έτη” και “για να σταθεροποιηθεί η καθοδική του πορεία, η συγκράτηση των δημόσιων δαπανών εξακολουθεί να είναι ουσιαστικής σημασίας, σύμφωνα με τις απαιτήσεις του προληπτικού σκέλους του Συμφώνου Σταθερότητας και Ανάπτυξης”.

“Αυτό είναι ιδιαίτερα σημαντικό ενόψει των δημοσιονομικών κινδύνων που συνδέονται με τη μεταρρύθμιση στον τομέα της ασφάλισης υγείας (ιδίως σε σχέση με την εκτέλεση του προϋπολογισμού των δημόσιων νοσοκομείων), τις επικείμενες δικαστικές αποφάσεις αναφορικά με τη συνταγματικότητα των περικοπών μισθών και συντάξεων κατά τη διάρκεια της κρίσης και τις εναπομένουσες ενδεχόμενες υποχρεώσεις στον χρηματοπιστωτικό τομέα”, προειδοποιούν τα στελέχη της αποστολής των θεσμών.

Σύμφωνα με τα ευρήματα της αποστολής, “σημειώθηκε ικανοποιητική πρόοδος όσον αφορά την εξυγίανση του τραπεζικού τομέα και τη μείωση των μη εξυπηρετούμενων δανείων, αλλά εξακολουθούν να υπάρχουν σημαντικές προκλήσεις”.

Αναλυτικά, οι ελεγκτές αναφέρουν ότι “παρά την πρόσφατη σημαντική μείωση, ο κυπριακός τραπεζικός τομέας εξακολουθεί να εμφανίζει τα δεύτερα υψηλότερα ποσοστά ΜΕΔ στη ζώνη του ευρώ” και ως εκ τούτου, “οι προσπάθειες για περαιτέρω μείωση των ΜΕΔ παραμένουν προτεραιότητα, συμπεριλαμβανομένων των σχεδίων για περαιτέρω πωλήσεις και τιτλοποιήσεις δανείων”.

Προειδοποιούν ότι “σε αυτό το πλαίσιο, οι τροποποιήσεις στο πλαίσιο εκποιήσεων που εγκρίθηκαν από την κυπριακή Βουλή στις 2 Αυγούστου 2019 συνιστούν οπισθοδρόμηση σε σχέση με βασικά στοιχεία της μεταρρύθμισης του Ιουλίου του 2018, η οποία είχε αποτελέσει σημαντικό βήμα προς τη βελτίωση της χρηματοπιστωτικής σταθερότητας και της πειθαρχίας στις πληρωμές μέσω μιας αποτελεσματικότερης εκτέλεσης των απαιτήσεων και της αναδιάρθρωσης των ΜΕΔ”.

Σε ό,τι αφορά το νέο σχέδιο ΕΣΤΙΑ, “το οποίο αποσκοπεί στην αντιμετώπιση του ζητήματος των μη εξυπηρετούμενων δανείων που εξασφαλίζονται με πρώτη κατοικία” και το οποίο “έχει δρομολογηθεί επίσημα”, τα στελέχη των θεσμών τονίζουν ότι “η αυστηρή επιβολή της συμμόρφωσης με τα κριτήρια επιλεξιμότητας και η ταχεία ενεργοποίηση των διαδικασιών κατάσχεσης σε περίπτωση εκ νέου αθέτησης υποχρεώσεων είναι ζωτικής σημασίας για την τελική επιτυχία του σχεδίου”.

Ακολούθως τονίζουν ότι “η ταχεία ολοκλήρωση της σύστασης της ΚΕΔΙΠΕΣ, της μεγαλύτερης εταιρείας διαχείρισης περιουσιακών στοιχείων στην ΕΕ σε σχέση με το μέγεθος της οικονομίας, είναι ουσιαστικής σημασίας, συμπεριλαμβανομένης της τήρησης των δεσμεύσεων περί κρατικών ενισχύσεων και της μεγιστοποίησης των ανακτήσεων των περιουσιακών στοιχείων για την αποπληρωμή του κράτους”. “Πρόσθετες ανησυχίες όσον αφορά τον χρηματοπιστωτικό τομέα είναι οι σταθερά υψηλές λειτουργικές δαπάνες και η χαμηλή κερδοφορία”, καταγράφουν.

Επιπλέον τα στελέχη των θεσμών καταγράφουν ότι “η δυναμική των διαρθρωτικών μεταρρυθμίσεων χρειάζεται νέα ώθηση προκειμένου να στηρίξει την ανάπτυξη και τις αντοχές της οικονομίας στο μέλλον”.

Σε αυτό το πλαίσιο σημειώνουν ότι “η αντιμετώπιση των ανεπαρκειών στο δικαστικό σύστημα είναι καίριας σημασίας για τη βελτίωση του επιχειρηματικού περιβάλλοντος και την εκτέλεση των απαιτήσεων”. “Είναι επίσης καίριας σημασίας για την αποτελεσματική εφαρμογή των πλαισίων αφερεγγυότητας και εκποιήσεων, καθώς και για την εξυγίανση των ΜΕΔ”, σημειώνουν.

Προσθέτουν ότι “η δημιουργία ενός αξιόπιστου και διαφανούς συστήματος για την έκδοση και μεταβίβαση τίτλων ιδιοκτησίας και την εξάλειψη των καθυστερήσεων στην έκδοση τίτλων ιδιοκτησίας έχει καθυστερήσει πολύ”. “Θα πρέπει να επιταχυνθούν και άλλες μεταρρυθμίσεις για τη βελτίωση του επιχειρηματικού περιβάλλοντος και την προσέλκυση επενδύσεων, όπως ιδιωτικοποιήσεις, η απλούστευση των διαδικασιών για την εξασφάλιση αδειών οικοδόμησης και η καθιέρωση ταχείας έγκρισης για στρατηγικές επενδύσεις”, καταγράφουν οι θεσμοί και τονίζουν ότι “η μεταρρύθμιση της δημόσιας διοίκησης και η μεταρρύθμιση της τοπικής αυτοδιοίκησης εξακολουθούν να αποτελούν υψηλή προτεραιότητα, ενόψει της αναμενόμενης σημαντικής αύξησης στη διοικητική αποτελεσματικότητα”.

Επιπλέον, η εφαρμογή του εθνικού συστήματος υγείας “εξακολουθεί να απαιτεί στενή παρακολούθηση, δεδομένων των σημαντικών δημοσιονομικών επιπτώσεων που θα επιφέρει, ιδίως κατά τα αρχικά έτη εφαρμογής του”.

Τέλος η αποστολή των θεσμών ευχαρίστησε τις κυπριακές αρχές για τις “εποικοδομητικές και ανοικτές συζητήσεις και το προσωπικό του Διεθνούς Νομισματικού Ταμείου για τη συνεργασία τους”, ανακοινώνοντας ότι η επόμενη αποστολή της μεταπρογραμματικής εποπτείας θα πραγματοποιηθεί την άνοιξη του 2020.

Τα στελέχη της Κομισιόν από κοινού με στελέχη της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας επισκέφθηκαν την Κύπρο από τις 16 έως τις 20 Σεπτεμβρίου στο πλαίσιο της έβδομης αποστολής μεταπρογραμματικής εποπτείας και η αποστολή συνδυάστηκε με αποστολή του Διεθνούς Νομισματικού Ταμείου δυνάμει του Άρθρου IV. Στελέχη του Ευρωπαϊκού Μηχανισμού Σταθερότητας (ΕΜΣ) συμμετείχαν επίσης στην αποστολή για τις πτυχές που σχετίζονται με το Σύστημα Έγκαιρης Προειδοποίησης.

Πηγή: ΚΥΠΕ