H για πολλοστή φορά επανέναρξη διαπραγματεύσεων για το Κυπριακό

H για πολλοστή φορά επανέναρξη διαπραγματεύσεων για το Κυπριακό


 

Του Δρα Κύπρου Χρυσοστομίδη

Η 9η Αυγούστου πλησιάζει ταχέως. Η παρούσα συγκυρία γύρω από το Κυπριακό θυμίζει σε μεγάλο βαθμό παλαιότερες προσπάθειες επανέναρξης διαπραγματεύσεων κάτω από σχεδόν τις ίδιες συνθήκες δηλ. μετά από διακοπή. Για παράδειγμα, εκείνη του Δεκεμβρίου του 2003, με την επιστολή του τότε Προέδρου Παπαδόπουλου στο ΓΓ των ΗΕ., παρά το γεγονός ότι ο Ντενκτάς είχε απορρίψει το 3ο Σχέδιο Ανάν στη Χάγη και διαπιστώθηκε η αδιαλλαξία του από τον τότε ΓΓ των ΗΕ. Εκείνο το σχέδιο είχε βελτιωθεί σε κάποια σημαντικά σημεία στις διαπραγματεύσεις το Φεβρουάριο και Μάρτιο του 2003 στην Κύπρο. Τότε,μετά τη Χάγη, ήταν η καλύτερη ευκαιρία για να επιδιώξουμε περαιτέρω βελτιώσεις για δικαιότερη λύση, με πιέσεις προς την άλλη πλευρά, μια και ο Ντενκτάς ήταν εκτεθειμένος. Τούτο δεν έγινε δυνατό παρά τις παραινέσεις πολλών εκείνη την εποχή. Οδηγηθήκαμε στην προαναφερθείσα επιστολή προς το ΓΓ για επανέναρξη των συνομιλιών, τη συνάντηση στη ΝΥ και την κατάλήξη τον Ιανουάριο του 2004 σε Επιδιαιτησία, αυστηρά Χρονοδιαγράμματα και καθορισμό Δημοψηφίσματος, όμως αυτή τη φορά πάνω στο Σχέδιο Ανάν 5 όπως τελικά διατυπώθηκε στο Μπούργκενστοκ. Τώρα με μια άλλη επιστολή του νυν Προέδρου Αναστασιάδη αναζητούμε για πολλοστή φορά επανέναρξη των συνομιλιών, κάτι με το οποίο η πλειοψηφία των πολιτικών δυνάμεων φαίνεται γενικά να συμφωνεί στη βάση του πλαισίου Γκουτέρες του Γκραν Μοντανά.

Κάποια από τα διεθνή δεδομένα έχουν ουσιωδώς διαφοροποιηθεί, εκτός από την τουρκική αδιαλλαξία και τη δική μας επιθυμία για επίλυση και συγκόλληση όλης της επικράτειας της χώρας μας, που θα σημαίνει και τερματισμό της κατοχής, σε μια ανεξάρτητη και ενωμένη πατρίδα. Είναι δικαίωμα αλλά και στοιχειώδες καθήκον μας να διεκδικήσουμε και επιτέλους να απολαύσουμε όλοι οι Κύπριοι ένα κοινό σπίτι, σύγχρονο, λειτουργικό και δημοκρατικό, μέσα στο ευρύτερο οικοδόμημα της ΕΕ όπου είχαμε την τύχη να ενταχθούμε το 2004

Όσοι Ε/Κ και Τ/Κ σκέφτονται σωστά, αυτό επιθυμούν, μια ειρηνική λύση που να διασφαλίζει και την ειρηνική μας συμβίωση με διάρκεια και αποφυγή πολέμων και συγκρούσεων. Αρκετά ήταν τα δεινά που μέχρι σήμερα βιώσαμε. Όλοι όμως επιζητούμε εγγυήσεις διάρκειας μιας λύσης και πλήρη ανεξαρτησία του κράτους μας.

Δυστυχώς διαφαίνεται και πάλι αποτυχία κατάληξης σε λύση λόγω των παράνομα διευρυμένων απαιτήσεων της Τουρκίας (και κατ’εντολήν της των Τ/Κ) αλλά και των κινδύνων για την Ε/Κ πλευρά σε περίπτωση και άλλων υποχωρήσεων που πιθανόν να την καταστήσουν υποχείριο των επιθυμιών της κατοχικής δύναμης και να διαβρώσουν και άλλο την ανεξαρτησία της ΚΔ. Αυτές τις απαιτήσεις τις θέτουν υπό μορφή μάλιστα «πρόταξης». Η συνήθης τακτική της Τουρκίας είναι κάθε φορά να προβάλλει και νέες αξιώσεις, ποτέ δεν την αρκούν τα όσα πήρε ήδη.

Φαίνεται ότι η κατοχική Τουρκία, που συντηρεί τη διαίρεση που επέβαλε με παράνομη βία, άλλα έχει σαν στόχο στο μυαλό της. Επιδιώκει τον πλήρη έλεγχο στο νησί μας και τούτο είναι φανερό από τις θέσεις που υιοθετεί και στο τραπέζι των διαπραγματεύσεων π.χ. στην ΑΟΖ, τώρα στα Βαρώσια και σε άλλα ζωτικά θέματα, αλλά και στην συντήρηση της κατοχής. Τα δείγματα γραφής είναι εμφανή, οι τουρκικές επιδιώξεις είναι καθαρά διαγνώσιμες και δεν εξυπηρετούν τα συμφέροντα της Κύπρου και των Κυπρίων αλλά μόνο τα παράνομα και αρρωστημένα συμφέροντα της κατοχικής δύναμης που ετσιθελικά επιβάλλει πρώτα στην Τ/Κ κοινότητα και μέσον της επιδιώκει με τον ίδιο τρόπο (π.χ. με μια ομοσπονδία των δικών τους προδιαγαφών) να τα επιβάλει και στην Ε/Κ πλευρά.

Εξοργίζεται η Τουρκία γιατί δεν κατάφερε μέχρι τώρα να διαλύσει την Κ.Δ. η οποία είναι επίσημα μέλος των ΗΕ και της ΕΕ και θεωρείται κυρίαρχο κράτος σε όλη της την επικράτεια παρά το γεγονός ότι είναι βίαια ακρωτηριασμένη, έστω και αν η κατοχική δύναμη τη θεωρεί «εκλιπούσα». Το δε αποσχιστικό καθεστώς έχει καταδικαστεί διεθνώς και παραμένει χωρίς καμιά διεθνή αναγνώριση 45 χρόνια μετά.

Ακριβώς αυτή η συντήρηση της ανεξαρτησίας και της κυριαρχίαςτου κράτους, της Κ.Δ., και η αποδοχή του διεθνώς είναι και το βασικό στοιχείο άμυνας της έναντι των ληστρικών επιθυμιών της δικτατορικής Τουρκίας. Οφείλουμε να τη διαφυλάξουμε με κάθε θυσία. Και κάθε υποχώρησή μας πρέπει πρώτα να μην θέτει σε κίνδυνο αυτό το στοιχείο της συνέχειας της κρατικής της κυριαρχίας, απεναντίας πρέπει να την ενισχύει και να τη διαφυλάττει. Το αντίθετο επιδιώκει η Τουρκία δηλ. τη διακοπή αυτής της συνέχειας του κράτους της Κύπρου. Για παράδειγμα με επιμονή της Τουρκίας και πρωτοστατούντος του κ. Hanney, αποκλείστηκε η ρητή αναφορά στη συνέχεια του κρατους της ΚΔ (πράγμα που έγινε στη Βοσνία-Ερζεγοβίνη) και μας περιόρισαν στην «παρθενογένεση» και στην αναφορά μόνο ότι «η Ομοσπονδία είναι μέλος του ΟΗΕ και της ΕΕ. Ούτε καν ότι «θα συνεχίσει να είναι μέλος του ΟΗΕ και της ΕΕ».

Πρέπει πρέπει εμείς πρώτιστα να την περιχαρακώσουμε, να την οχυρώσουμε και να διαφυλαξουμε τη συνέχειά της. Αυτό θα πρέπει να είναι απαρέγκλιτα ένα βασικό μέτρο στάθμισης όλων των ενεργειών μας και αποφάσεών μας στα πλαίσια των διαπραγματεύσεων για την πιθανή λύση.

Η κατοχική Τουρκία επιδιώκει διάφορους εναλλακτικούς στόχους που οδηγούν στο ίδιο αποτέλεσμα, τον πλήρη και απόλυτο έλεγχο όλης της Κύπρου.

Με την πάροδο του χρόνου και τη συνεχιση των διαπραγματεύσεων ελπίζει η κατοχική Τουρκία ότι σε κάποιο στάδιο θα αναγνωρισθεί η σημερινή κατάσταση με αναβάθμιση του κατοχικού μορφώματος, παρά τη συνέχιση της παρανομίας με βάση την στρατιωτική της υπεροχή. ΄Ισως, ελπίζει και στη διάλυση ή και αποαναγνώριση της ΚΔ πράγμα που όμως δεν πέτυχε στα 45 χρόνια της κατοχής. Μολονότι τουτο την εξοργίζει, δεν φαίνεται να την ενοχλεί η πάροδος του χρόνου, έχει την άνεση της αναμονής. Ελέγχει πλήρως (με επίβολή ή με εξαγορά) το αποσχιστικό κατασκεύασμα της στο βόρειο τμήμα της ΚΔ, που δεν είναι τίποτε άλλο παρά «μια υποτελής διοίκηση της κατοχικής δύναμης». Και οι πολλαπλές παρανομίες της συνεχίζονται σε πολλούς τομείς.

Είναι φανερό πως στο μεταξύ προσπαθεί με κάθε τρόπο να απαλλαγεί από την παρανομία της εισβολής και της συνεχιζόμενης κατοχής με τις διαφορετικές φάσεις των διαπραγματεύσεων και επιδιώκοντας σημαντικές υποχωρήσεις της δικής μας πλευράς, που να διαβρώνουν τις δικές μας θέσεις άμυνας, συνεχίζοντας ανενόχλητη την περαιτέρω χρήση ή απειλές χρήσης βίας εναντίον της στρατιωτικά αδύναμης ΚΔ, π.χ. στην ΑΟΖ της ή τώρα και στην Αμμόχωστο, ή την απαίτησή της για απόλυτη ισοτιμία κλπ. Επικαλείται ένα «δικό της διεθνές δίκαιο» ενάντια στις αρχές που γίνονται δεκτές από όλη τη διεθνή κοινότητα, ενσωματωμένες κυρίως στο Χάρτη των ΗΕ, σε διεθνείς πολυμερείς συμβάσεις και αποφάσεις των οργάνων του ΟΗΕ όπως του Συμβουλίου Ασφαλείας. Φευ, γνωρίζει την γενική αδυναμία υποχρεωτικής εφαρμογής του διεθνούς δικαίου πλην ορισμένων περιπτώσεων με βάση απόφαση του Σ.Α. κάτω από το κεφάλαιο 7 του Χάρτη των ΗΕ που δεν λήφθηκε ποτέ στην περίπτωση της Κύπρου.

Από την άλλη, συνεχίζοντας τις διαπραγματεύσεις για λύση του Κυπριακού όποτε τη βολεύει και με τους δικούς της όρους που βαθμιαία πιστεύει ότι θα επιβάλει, αναμένει ότι μια ομοσπονδιακή λύση θα εξαλείψει την παρανομία και της εισβολής και της παράνομης ανακήρυξης κράτους στην κατεχόμενη περιοχή και θα απαλλαγεί βεβαίως από τα σχετικά ψηφίσματα 541 κα 550 του Σ.Α. των ΗΕ. Επιδιώκει δηλ. τη «νομιμοποίηση» μέσον της «ομοσπονδοποίησης». Με αυτό τον τρόπο πιστεύει ότι διασφαλίζει μελλοντικά μια νόμιμη απόσχιση του «συνιστώντος κρατιδίου» της ομοσπονδίας αν επιτευχθεί.

Σε περίπτωση που η όποια λύση προκύψει δεν ικανοποιεί τον βασικό στόχο της Τουρκίας να ελέγχει απόλυτα πρώτα το Τ/Κ ομόσπονδο κρατίδιο και μέσον του όλο το οικοδόμημα του ομοσπονδιακού κράτους, τότε θα μπορεί, πιστεύει, να εξωθήσει ή να εξαναγκάσει τους Τ/Κ σε αποχώρησή τους από τα ομοσπονδιακά όργανα, επιδιώκοντας κατάρρευση και διάλυση της Ομοσπονδίας. Πιστεύει ακόμη ότι τότε θα έχει εξουδετερωθεί το βασικό μας επιχείρημα στη βάση των ψηφισμάτων 541 και 550. Τις οίδε τι θα αποφασίσει η ΕΕ και το Σ.Α. σε τέτοια περίπτωση. Άραγε ό,τι αποφάσισε για τη Γιουγκοσλαβία; Θεωρεί εν πάση περιπτώσει η Τουρκία ότι όταν καταρρρεύσει η Ομοσπονδία θα λυθούν τα χέρια της και θα αποκτήσει ελευθερία κινήσεων. Μήπως είναι αυτό που τελικά επιδιώκει; Νομίζω πως τα φαινόμενα προς αυτή την κατεύθυνση δείχνουν.

Χρειάζεται εμφανώς ιδιαίτερη προσοχή για διασφάλιση της «συνέχειας του κράτους» και της ενιαίας κυριαρχίας του σε περίπτωση λύσης. Σε άλλο άρθρο θα αναλυθούν οι υποχωρήσεις μας στις διαπραγματεύσεις για να διαγνωσθεί αν ξεπεράσαμε τις γραμμές ασφάλειας έναντι των ορέξεων της Τουρκίας.