Η απώλεια ιθαγένειας στο Ευρωπαϊκό Δίκαιο

Η απώλεια ιθαγένειας στο Ευρωπαϊκό Δίκαιο

 

 

 

 

 

  • Του Δρα Αντώνη Στ. Στυλιανού∗

Με αφορμή τις τελευταίες συζητήσεις στη δημόσια σφαίρα για την διαδικασία ανάκλησης ή / και αφαίρεσης ιθαγένειας της Κυπριακής Δημοκρατίας, το παρόν άρθρο εξετάζει το ζήτημα υπό το πρίσμα του Ευρωπαϊκού Δικαίου, σχολιάζοντας τη νομιμότητα της διαδικασίας και των λόγων ανάκλησης της πολιτογράφησης (naturalization). Επί του προκειμένου, αναφέρονται εξ υπαρχής τα ακόλουθα δεδομένα: πρώτον, στη βάση του Διεθνούς Δικαίου τα ζητήματα ιθαγένειας επαφίονται αποκλειστικά στην κυριαρχία των Κρατών που ορίζουν το εθνικό τους δικαιικό σύστημα όσον αφορά την κτήση υπηκοότητας. Δεύτερον, στη βάση του Διεθνούς Δικαίου των Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων, όλοι έχουν δικαίωμα στην ιθαγένεια. Τρίτον, η Ευρωπαϊκή Ένωση, ακολουθώντας τους κανόνες του Διεθνούς Δικαίου, οριοθετεί τις διαδικασίες που αφορούν στα δικαιώματα των Ευρωπαίων πολιτών σε σχέση με την ανάκληση πολιτογράφησης.

Η νομική αυθεντία σε επίπεδο Ευρωπαϊκής Ένωσης είναι η Υπόθεση C-135/08 (Janko Rottman v. Freistaat Bayern, Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης, Τμήμα Μείζονος Συνθέσεως, 2 Μαρτίου 2010) που αφορά την ερμηνεία των διατάξεων της Συνθήκης ΕΚ που ρυθμίζουν την ιθαγένεια της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Στην απόφαση του Δικαστηρίου επί προδικαστικού ερωτήματος του ομόσπονδου κράτους της Βαυαρίας οριοθετείται και ερμηνεύεται το νομικό πλαίσιο σε επίπεδο Ευρωπαϊκής Ένωσης που αφορά στο δικαίωμα κράτους-μέλους της Ένωσης για ανάκληση πολιτογράφησης, υπό το πρίσμα μάλιστα σχετικής Σύμβασης του ΟΗΕ για την εξάλειψη της ανιθαγένειας (Νέα Υόρκη, 30 Αυγούστου 1961 – σε ισχύ από την 13η Δεκεμβρίου 1975).

Συμπερασματικά, τονίζεται το γεγονός ότι η απόφαση στην Υπόθεση C-135/08 επ’ ουδενί δεν στερεί το κυριαρχικό δικαίωμα κράτους – μέλους της Ευρωπαϊκής Ένωσης στο να αποστερήσει την υπηκοότητα προσώπου εφόσον τηρούνται οι ασφαλιστικές δικλείδες που θέτει τόσο το Διεθνές όσο και το Ευρωπαϊκό Δίκαιο. Μάλιστα, τονίζεται το γεγονός ότι τα γεγονότα της υπόθεσης είναι διαφορετικά επί της ουσίας τους σε σχέση με τις συζητήσεις για αφαίρεση υπηκοότητας από την Κυπριακή Δημοκρατία για συγκεκριμένα πρόσωπα, με την κύρια διαφοροποίηση να έγκειται στο γεγονός ότι στις περιπτώσεις της Κυπριακής Δημοκρατίας η ανάκληση γίνεται στα πλαίσια του συστήματος πολιτογραφήσεων με επενδύσεις που δημιουργεί μια sui generis κατάσταση πρώτον και δεύτερον δεν αφορά απώλεια κτήσης υπηκοότητας υπηκόου κράτους – μέλους λόγω γέννησης του σε κράτος – μέλος της Ευρωπαϊκής Ένωσης, το οποίο ενδεχομένως να καθίσταται ανιθαγενές λόγω της ανάκλησης της υπηκοότητας του που αποκτήθηκε από πολιτογράφηση σε άλλο κράτος – μέλος της Ευρωπαϊκής Ένωσης.

Τονίζεται, επιπρόσθετα, ότι ακόμη και σε μια διαφορετική ερμηνεία των πιο πάνω,το ίδιο το Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης τόνισε στην πιο πάνω υπόθεση τα ακόλουθα σχετικά: Πρώτον, ο καθορισμός των προϋποθέσεων κτήσης και απώλειας της ιθαγένειας εμπίπτει, σύμφωνα με το Διεθνές Δίκαιο και την πάγια νομολογία της Ευρωπαϊκής Ένωσης, στην αρμοδιότητα κάθε κράτους – μέλους. Δεύτερον, συγκεκριμένη δήλωση που προσαρτήθηκε στην Τελική Πράξη της Συνθήκης ΕΕ και σχετική απόφαση του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου του Δεκεμβρίου 1992, πρέπει να λαμβάνονται υπόψη ως μέσα ερμηνείας της Συνθήκης ΕΚ. Τρίτον, αναγνωρίζει την υποχρέωση των κρατών – μελών να τηρούν το Ευρωπαϊκό Δίκαιο ακόμη και ένας τομέας εμπίπτει στην αρμοδιότητα των κρατών – μελών. Τέταρτο, όταν η απόφαση ανάκλησης της πολιτογραφήσης στηρίζεται στο γεγονός ότι το πρόσωπο που επηρεάζεται διέπραξε απάτη κατά τη διαδικασία κτήσης της σχετικής ιθαγένειας ή συντρέχουν οι προϋποθέσεις αφαίρεσης της υπηκοότητας όπως ορίζονται από την σχετική Σύμβαση του ΟΗΕ και το ευρωπαϊκό δίκαιο, τότε η πράξη αυτή δεν είναι έκνομη. Εν τέλει, το Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσής καταλήγει στην πιο πάνω υπόθεση ότι «το δίκαιο της Ευρωπαϊκής Ένωσης […] δεν απαγορεύει σε ένα κράτος μέλος να ανακαλεί την πράξη απονομής της ιθαγένειας του σε πολίτη της Ευρωπαϊκής Ένωσης, ιθαγένειας την οποία απέκτησε κατόπιν πολιτογράφησης ο ενδιαφερόμενος χάρη σε απάτη, υπό την προϋπόθεση ότι αυτή η απόφαση ανάκλησης είναι σύμφωνη με την αρχή της αναλογικότητας.»

 

Categories: ΑΠΟΨΕΙΣ