Η ΕΚΤ αναζητά αντίδοτο στα αρνητικά επιτόκια

Η ΕΚΤ αναζητά αντίδοτο στα αρνητικά επιτόκια


Όταν οι αξιωματούχοι της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας συναντηθούν την ερχόμενη εβδομάδα προκειμένου να συζητήσουν την προοπτική ενός φρέσκου πακέτου οικονομικής τόνωσης, ένα από τα βασικά θέματα στο τραπέζι θα είναι το εάν τα ίδια τους τα μέτρα κάνουν περισσότερο κακό, παρά καλό.

Η εποχή της πρωτοφανούς νομισματικής χαλάρωσης που ξεκίνησε το 2012 ο Μάριο Ντράγκι, όταν δήλωσε ότι θα κάνει «οτιδήποτε χρειαστεί» για να στηρίξει την ευρωζώνη, προανήγγειλε μια στροφή προς τα αρνητικά επιτόκια. Το βασικό επιτόκιο καταθέσεων της κεντρικής τράπεζας έπεσε στο μηδέν εκείνη τη χρονιά και διαδοχικές μειώσεις το οδήγησαν στο -0,4% το 2016, όπου και παραμένει.

Καθώς όμως η ΕΚΤ ετοιμάζεται να συζητήσει την περαιτέρω μείωση των επιτοκίων αυξάνουν τα ερωτήματα για το εάν τα μειονεκτήματα υπερτερούν του θετικού αντίκτυπου. Οι επικριτές λένε ότι τα αρνητικά επιτόκια αποδυνάμωσαν το ήδη ζορισμένο τραπεζικό σύστημα, αποθάρρυναν τον δανεισμό και έδωσαν κίνητρο σε ασφαλιστικές, τράπεζες και αποταμιευτές να συσσωρεύσουν μετρητά σε φυσική μορφή.

Ο Βόλκερ Χόφμαν της Ένωσης Γερμανικών Τραπεζών είπε ότι οι τράπεζες της ευρωζώνης πληρώνουν 7,5 δισ. ευρώ το χρόνο λόγω των αρνητικών επιτοκίων για τις καταθέσεις που έχουν στην ΕΚΤ προσθέτοντας: «είναι αξιοσημείωτο βάρος για τις τράπεζες οι οποίες βρίσκουν ότι είναι λίγο ή πολύ αδύνατο να το μεταβιβάσουν στους μικρούς αποταμιευτές».

Οι τράπεζες είναι η κύρια πηγή χρηματοδότησης για τις ευρωπαϊκές εταιρείες και τα νοικοκυριά, κάτι που τις καθιστά ένα σημαντικό μηχανισμό μετάδοσης της νομισματικής πολιτικής. Οι μετοχές πολλών τραπεζών, όμως, τελούν υπό διαπραγμάτευση κάτω από την λογιστική τους αξία και η απόδοση ιδίων κεφαλαίων παραμένει κάτω από το κόστος κεφαλαίου στις περισσότερες περιπτώσεις, κάτι που υπογραμμίζει πόσο έχει ζοριστεί ο κλάδος για να ανακάμψει από την χρηματοπιστωτική κρίση.

Η συζήτηση γύρω από τα αρνητικά επιτόκια γυρίζει γύρω από την ιδέα του «σημείου αντιστροφής», κάτω από το οποίο περαιτέρω μειώσεις του επιτοκίου μιας κεντρικής τράπεζας περιορίζουν τις δραστηριότητες των τραπεζών στο χώρο του δανεισμού. Έρευνα που δημοσιεύτηκε τον προηγούμενο μήνα από το αμερικανικό υπουργείο Οικονομικών, και τα πανεπιστήμια του Bath, του Sharjah και του Bangor βρήκε «ισχυρές» αποδείξεις ότι η ανάπτυξη του δανεισμού ήταν πιο αδύναμη σε χώρες με αρνητικά επιτόκια. Το αντίκτυπο ήταν μεγαλύτερο σε τράπεζες που χρηματοδοτούνται κυρίως από καταθέσεις λιανικής, υποστήριξε.

Έχει γίνει πιο συνηθισμένο για τις ευρωπαϊκές τράπεζες να χρεώνουν προμήθειες για τους τρεχούμενους λογαριασμούς, αλλά μετριάζουν μόνο κατά ένα κλάσμα το έξτρα κόστος των αρνητικών επιτοκίων.

Ο Ζαν Πιερ Μουστιέ, επικεφαλής της ιταλικής UniCredit και πρόεδρος της European Banking Federation δήλωσε: «Σε ένα τέτοιο περιβάλλον είναι σημαντικό οι ευρωπαϊκές τράπεζες να μην μπουν σε ένα ανταγωνιστικό μειονέκτημα σε όρους δυνατότητας προσέλκυσης κεφαλαίου γιατί η κερδοφορία τους μπορεί να είναι δομικά χαμηλότερη από άλλες, ειδικότερα τις αμερικανικές».

Ο Γερμανός υπουργός Οικονομικών Όλαφ Σολτς υποστήριξε πρόσφατα ότι θα εξετάσει αν είναι δυνατό να προστατεύσεις τους αποταμιευτές απαγορεύοντας στις τράπεζες να μεταφέρουν το κόστος από αυτό που αποκάλεσε «τιμωρητικά επιτόκια» της ΕΚΤ.

Ο κ. Ντράγκι επέμενε πάντοτε ότι ενώ κάποιες πολιτικές μπορεί να έχουν αρνητικές συνέπειες, ο συνολικός αντίκτυπος της τολμηρής νομισματικής χαλάρωσης είναι θετικός.

Η χορήγηση τραπεζικών δανείων στα νοικοκυριά στην ευρωζώνη έχει αυξηθεί πάνω από 10% από τότε που η ΕΚΤ μείωσε για πρώτη φορά το επιτόκιο σε αρνητικό επίπεδο τον Ιούνιο του 2014, ενώ τα δάνεια προς τις επιχειρήσεις έχουν ενισχυθεί κατά σχεδόν 4%. O Φίλιπ Λέιν, ο νέος επικεφαλής οικονομολόγος της ΕΚΤ, ανέφερε σε πρόσφατη ομιλία του ότι χωρίς τις προσπάθειες της κεντρικής τράπεζας η ανάπτυξη και ο πληθωρισμός θα βρίσκονταν πολύ χαμηλότερα.

 

Η κα. Λαγκάρντ, η οποία ετοιμάζεται να διαδεχτεί τον κ. Ντράγκι στην κορυφή της ΕΚΤ, ανέφερε την περασμένη εβδομάδα ότι «ενώ δεν πιστεύω ότι η ΕΚΤ έχει μειώσει τα επιτόκια στο ελάχιστο δυνατό επίπεδο, είναι ξεκάθαρο ότι τα χαμηλά επιτόκια έχουν επιπτώσεις στον τραπεζικό τομέα και στην χρηματοπιστωτική σταθερότητα γενικότερα». H EKT θα έπρεπε να «παρακολουθεί προσεκτικά αν μπορεί να προκύψουν δυσμενείς παρενέργειες στο μέλλον, όσο περισσότερο διατηρούνται τα αρνητικά επιτόκια» πρόσθεσε.

Εκτός από τη συζήτηση για το αν πρέπει να μειώσει και πάλι τα επιτόκια, το Διοικητικό Συμβούλιο της ΕΚΤ θα εξετάσει επίσης την ερχόμενη εβδομάδα αν θα περιορίσει τον αντίκτυπο που έχουν αρνητικά επιτόκια στις τράπεζες.

Μια επιλογή είναι ένα διαβαθμισμένο σύστημα στο οποίο ένα μέρος από τις πλεονάζουσες καταθέσεις των τραπεζών θα εξαιρεθούν από τα αρνητικά επιτόκια. Άλλες χώρες με αρνητικά επιτόκια καταθέσεων, συμπεριλαμβανομένης της Ελβετίας, της Δανίας και της Ιαπωνίας, έχουν παρόμοια συστήματα.

Η ΕΚΤ έχει και μια άλλη επιλογή: τον επιδοτούμενο δανεισμό.

Αυτήν την άνοιξη ανακοίνωσε τρίτο πρόγραμμα επιδοτούμενων δανείων το οποίο αναμένεται να ξεκινήσει αργότερα αυτόν τον μήνα. Το TLTRO θα προσφέρει δάνεια στις τράπεζες με ελαφρώς υψηλότερο επιτόκια από τα δύο προηγούμενα προγράμματα, αλλά η ΕΚΤ θα μπορούσε να επιλέξει την ερχόμενη εβδομάδα να βελτιώσει τους όρους.

Υπάρχει γεωγραφική διαφορά στις συνέπειες που έχουν αυτά τα δύο καταπραϋντικά μέτρα στην Ευρώπη. Η διαβάθμιση μπορεί να προσφέρει περισσότερη ανακούφιση στις γερμανικές, γαλλικές και ολλανδικές τράπεζες, οι οποίες έχουν περισσότερες πλεονάζουσες καταθέσεις. Τα φθηνά δάνεια θα βοηθήσουν τις τράπεζες της νότιας Ευρώπης, που έχουν υψηλότερο κόστος χρηματοδότησης.

Aκόμα και αν λανσάρει αυτά τα καταπραϋντικά μέτρα, ορισμένοι αναλυτές πιστεύουν ότι η ΕΚΤ προσεγγίζει με μεγάλη ταχύτητα το σημείο στο οποίο τα οικονομικά θα προτάσσουν τη συσσώρευση ρευστού.

O Kλάους Βιένερ, επικεφαλής οικονομολόγος στη Γερμανική Ένωση Αασφαλιστών, ανέφερε ότι ένας ασφαλιστής έλαβε τιμή για να αποθηκεύσει το ρευστό του στο 0,2% της αξίας του, συμπεριλαμβανομένης και της ασφάλισης – περίπου το μισό κόστος από το επιτόκιο καταθέσεων της ΕΚΤ.

Υπάρχουν κάποιες ενδείξεις ότι η συσσώρευση έχει ήδη αρχίσει. Η ποσότητα του φυσικού χρήματος που βρίσκεται στα χρηματοκιβώτια και τις θυρίδες εκτοξεύτηκε 57% στα 81,5 δισ. ευρώ από τότε που εισήχθησαν τα αρνητικά επιτόκια πριν από πέντε χρόνια, δείχνουν τα στοιχεία της ΕΚΤ, αν και το ποσό παραμένει πολύ μικρό σε σχέση με τα πάνω από 6 τρισ. ευρώ καταθέσεων στις τράπεζες της ευρωζώνης.

Ο κ. Βιένερ ανέφερε πως αρκετοί ασφαλιστές έχουν ήδη καταστρώσει σχέδια για να τοποθετήσουν και άλλο ρευστό στα θησαυροφυλάκια τους από τον ερχόμενο μήνα. «Οι ασφαλιστές έχουν λόγο να έχουν κάποια χρήματα στα θησαυροφυλάκια αν τα αρνητικά επιτόκια γίνουν πιο αρνητικά και οι τράπεζες περάσουν το κόστος στους καταναλωτές» σημείωσε.

© The Financial Times Limited 2019. All rights reserved.
FT and Financial Times are trademarks of the Financial Times Ltd.
Not to be redistributed, copied or modified in any way.
Euro2day.gr is solely responsible for providing this translation and the Financial Times Limited does not accept any liability for the accuracy or quality of the translation