Η περίπτωση Thomas Cook

Η περίπτωση Thomas Cook


 

 

 

 

 

Θεόδωρος Ευθυμίου
Πρόεδρος Τουρισμού ΕΒΕ Λάρνακας
[email protected]

Η πτώχευση της Thomas Cook, αποτελεί για πολλούς «κεραυνό εν αιθρία». Για αυτούς που παρακολουθούν τις εξελίξεις στην τουριστική βιομηχανίας, τους επαγγελματίες του κλάδου, τα μαύρα σύννεφα μαζεύοντας εδώ και καιρό. Από το 2014 άρχισαν οι τρανταχτές πτωχεύσεις των Ρώσων tour operators όπως η Versa, Neva, Labirint, Intaer, Solvex, και Southern Cross. Όπως γίνεται συνήθως στην Κύπρο, αν δεν καεί το σπίτι μας δεν λαμβάνουμε μέτρα. Και αυτό οφείλεται στον ημιεπαγγελματισμό που επιδεικνύουν διάφοροι «παράγοντες» της τουριστικής μας βιομηχανίας, είτε επιχειρηματίες είτε κρατικοί και άλλοι φορείς.

Το τουριστικό μας προϊόν, αναπτύχθηκε κυρίως της δεκαετία του 80, σε μια περίοδο που οι ιδιοκτήτες παραθαλάσσιων κυρίως οικοπέδων, έκτιζαν πολυτελή για την εποχή ξενοδοχεία και έμπαιναν οικογενειακά στο επάγγελμα του ξενοδόχου. Σε αυτούς τους ανθρώπους φυσικά και στις προσπάθειες τους με πολύ κόπο και μόχθο, οφείλουμε την σημερινή εντυπωσιακή πορεία του τουρισμού στο νησί μας.

Η εποχή του 80 χαρακτηριζόταν από την περιορισμένη πρόσβαση στον εξωτερικό τουρισμό (εξάλλου δεν υπήρχε καν το internet) και στην απειρία των νέων τότε ξενοδόχων. Η λύση ήρθε από τους tour operators οι οποίοι ουσιαστικά αναλάμβαναν τις πωλήσεις των διανυκτερεύσεων των ξενοδοχείων (διαφημίζοντας διακοπές και προσελκύοντας τουρίστες) στις χώρες τους και οι ξενοδόχοι τις εποχής, απλά αναλάμβαναν την εσωτερική λειτουργία του ξενοδοχείου και την φροντίδα του τουριστικού προϊόντος που προσέφεραν. Ουσιαστικά οι tour operators μετατρέπονταν σε διαχειριστές των ξενοδοχειακών μονάδων, απολαμβάνοντας τα κέρδη χωρίς να έχουν ούτε την ευθύνη και το κόστος για την καθημερινή λειτουργία του ξενοδοχείου, ούτε οποιαδήποτε οικονομική δέσμευση απέναντι στον ξενοδόχο σε περίπτωση που άλλαζε η τάση στον τουρισμό.

Φυσικά αυτή η μορφή συνεργασίας, βοήθησε τα μέγιστα τους Κύπριους ξενοδόχους στα πρώτα τους βήματα της δεκαετίας του 80 και λογικά θα περίμενε κάποιος ότι από την εμπειρία που αποκτήθηκε θα φτάναμε σήμερα οι ξενοδόχοι να ρυθμίζουν την αγορά μέσα από δικά τους κανάλια πωλήσεων. Αντί αυτού, η ανάγκη του 80 για συνολικές πωλήσεις πακέτων μέσω συνεργασίας με tour operators, μετατράπηκε σε βασικό τρόπο λειτουργίας της ξενοδοχειακής μας βιομηχανίας, δίδοντας την ευχέρεια στους tour operators να γιγαντωθούν και να νέμονται τα κέρδη των ξενοδόχων, σαν να είναι συνιδιοκτήτες ενώ μεγάλη μερίδα ξενοδόχων, να εφησυχάζει αφού άλλος φέρνει τους πελάτες και να αρκούνται στα όσα κέρδη τους επέτρεπαν να κάνουν οι tour operators.

Η νοοτροπία της ανάθεσης των πωλήσεων σε tour operators, δημιούργησε μια κατηγορία ξενοδόχων οι οποίοι ποτέ δεν ανησύχησαν για την εξεύρεση πελατών, δεν παρακολουθούν τις εξελίξεις στο παγκόσμιο τουριστικό γίγνεσθαι, δεν ανέπτυξαν ποτέ ικανότητες προώθησης και πωλήσεων του προϊόντος τους και οι οποίο παραμένουν δέσμιοι της διάθεσης και της επιχειρηματικής ικανότητας των tour operators. Φτάσαμε σήμερα στο all inclusive που μας επέβαλαν οι tour operators, διότι αυτό απαιτούσαν οι πελάτες τους, το οποίο όμως είναι εις βάρος τόσο της κερδοφορίας των ξενοδόχων όσο και της φήμης του τουριστικού μας προϊόντος, αφού λόγο αυτού αναγκάστηκαν οι ξενοδόχοι να χαμηλώσουν το επίπεδο ποιότητας προσφερομένων υπηρεσιών.

Οι εξελίξεις των τελευταίων ετών, έδειξαν ότι οι tour operators δεν έχουν καμία συναισθηματική σύνδεση ούτε με την Κύπρο ούτε και με τους ξενοδόχους των οποίων τόσα χρόνια εκμεταλλευόντουσαν τα ξενοδοχεία τους σαν να ήταν δικά τους. Με την πρώτη ευκαιρία που διαπίστωναν μεγαλύτερο κέρδος σε γειτονικές μας χώρες, αμέσως διοχέτευαν τους πελάτες τους σε αυτές, ασκώντας ακόμα περισσότερη πίεση στους Κύπριους ξενοδόχους για μείωση των τιμών. Ακόμα και στις περιπτώσεις πτωχεύσεων, οι πρώτοι που έμεναν απλήρωτοι ήσαν οι ξενοδόχοι οι οποίοι σε τελική ανάλυση ήσαν αυτοί που πρόσφεραν τις υπηρεσίες φιλοξενίας στους τουρίστες-πελάτες των tour operators και που επωμίστηκαν πραγματικό κόστος.

Η εξάρτηση της τουριστικής μας βιομηχανίας από τρεις με τέσσερεις tour operators, αποτελεί το μέγιστο κίνδυνο κατάρρευσης της τουριστικής μας βιομηχανίας. Οι tour operators «πωλούν» στους τουρίστες/πελάτες υποσχέσεις για ονειρεμένες διακοπές, Αυτοί που πρέπει να φροντίσουν για να είναι πράγματι ονειρεμένες είναι οι ξενοδόχοι και αυτοί θα πρέπει να έχουν τον πάνω λόγο. Οι ξενοδόχοι της Κύπρου θα πρέπει να εκπαιδευτούν και εξοικειωθούν με τα νέα ηλεκτρονικά συστήματα προώθησης και πωλήσεων, θα πρέπει να ταξιδέψουν στο εξωτερικό για να προσεγγίσουν πελάτες, θα πρέπει να οργανώσουν καμπάνιες και δραστηριότητες για διαφήμιση και προώθηση του τουριστικού μας προϊόντος, θα πρέπει πλέον αποκτήσουν αυτοπεποίθηση και να αναλάβουν οι ίδιοι την προώθηση και πώληση των διανυκτερεύσεων των ξενοδοχείων τους και να πάψουν να εξαρτώνται από έναν ή δύο tour operators.

Η Κύπρος προσφέρεται για ολόχρονο τουρισμό. Διαθέτει ηλιοφάνεια και καταπληκτικό κλίμα σε όλες τις εποχές. Μπορούμε να σχεδιάσουμε τουριστικά προϊόντα , στοχευμένα σε ειδικές κατηγορίες ταξιδιωτών και σε διαφορετικές περιόδους του χρόνου. Το κλείσιμο των ξενοδοχείων μας και η εποχικότητα δεν οφείλεται στην έλλειψη ενδιαφερομένων τουριστών για να επισκεφτούν το νησί μας, αλλά στο γεγονός ότι οι πελάτες των τριών – τεσσάρων tour operators που νέμονται την τουριστική μας βιομηχανία, ταξιδεύουν μόνο το καλοκαίρι.

Αν πάρουμε την τύχη των ξενοδοχειακών μας επιχειρήσεων στα χέρια μας, τότε και το προϊόν μας θα αναβαθμίσουμε και τα κέρδη μας θα αυξήσουμε και την εποχικότητα θα εξαλείψουμε αλλά κυρίως θα απομακρύνουμε τον κίνδυνο κατάρρευσης των επιχειρήσεων μας και της τουριστικής μας βιομηχανίας γενικότερα, σε περιπτώσεις όπως της Thomas Cook.

 

Categories: ΑΠΟΨΕΙΣ