Η σιωπηλή επανάσταση με τα αφρώδη κρασιά εκτός Καμπανίας

Η σιωπηλή επανάσταση με τα αφρώδη κρασιά εκτός Καμπανίας

 


Tου Ανδρέα Κυπριανού – συνιδιοκτήτης και οινοχόος (Master Sommelier Candidate) του Vino Cultura

 

Σε ένα προηγούμενο μας άρθρο είχαμε δει και αναλύσει τις ομοιότητες και διαφορές μεταξύ της Καμπανίας (Champagne) και του Prosecco, τώρα όμως θα ασχοληθούμε με τα υπόλοιπα αφρώδη κρασιά της γηραιάς ηπείρου, εκτός αυτών των δυο περιοχών.

Τα αφρώδη κρασιά πλέον έχουν μπει για τα καλά στον κόσμο της γαστρονομίας και δεν δείχνουν κανένα σημάδι να χαμηλώσουν τους ρυθμούς ανάπτυξης και οι λόγοι είναι πολύ απλοί. Αφενός η κατανάλωση ενός ‘απεριτίφ’ όπως συνηθίζεται να ονομάζεται το πρώτο κρασί πριν το δείπνο προσφέρει μια ιδανική αρχή και βοηθάει ‘χημικά’ στο να ανοίγει η όρεξη με την βοήθεια του διοξειδίου του άνθρακα και αφετέρου προσφέρει σημαντικά εισοδήματα στους χώρους εστίασης. Παράλληλα ας μην ξεχνάμε πως σε πολλές περιπτώσεις ένα ποιοτικό αφρώδες κρασί είναι ο καλύτερος συνδυασμός για ολόκληρο το γεύμα.

Η τελευταία χώρα που έχει κάνει θαύματα την τελευταία δεκαετία στον χώρο των αφρωδών κρασιών δεν είναι άλλη από την Αγγλία

Όμως πλέον την πρωτοκαθεδρία δεν την έχουν τα κρασιά της Καμπανίας αφού μπορούμε να βρούμε ισάξια αν όχι και καλύτερα πολλές φορές κρασιά από άλλες περιοχές.

Στην Αυστρία για παράδειγμα έχουν πετύχει μια ολοκληρωτική αναδιάρθρωση των αφρωδών κρασιών τους με εξαιρετικά αποτελέσματα. Έχει μάλιστα οριστεί και σαν η εθνική μέρα για τα αφρώδη κρασιά η 22ά Οκτωβρίου όπου είναι και η μέρα που κυκλοφορούν στην αγορά τα κρασιά από τις νέες χρονιές.

Αναλυτικά, πλέον υπάρχουν οι εξής υποκατηγορίες που η κάθε μια αντιστοιχεί και σε μια βαθμίδα ποιότητας.

– Austrian Sekt Klassik – 9 μήνες παλαίωση στις οινολάσπες (lees ageing)

– Austrian Sekt Reserve – 18 μήνες παλαίωση στις οινολάσπες

– Austrian Sekt Grosse Reserve – 30 μήνες παλαίωση στις οινολάσπες

Στην Ισπανία η ευρέως διαδεδομένη ονομασία προέλευσης για αφρώδες κρασιά ‘Cava’ περνάει επίσης από την δική της αναδιάρθρωση με την πλέον επιτρεπόμενη χρήση της ονομασίας ‘Single Vineyard’ ή Cavas de Paraje Califado στα Ισπανικά, κάτι αντίστοιχο δηλαδή του γαλλικού όρου Grand Cru. Η παλαίωση για αυτή την κατηγορία ανέρχεται στους 36 μήνες πάνω στις οινολάσπες πριν κυκλοφορήσει στην αγορά. Στην Ιταλία η κορωνίδα των αφρωδών οίνων δεν προέρχεται από το Βένετο που παράγει το γνωστό σε όλους μας Prosecco, αλλά από μια υποπεριοχή της Λομβαρδίας με την ονομασία Franciacorta. Η Franciacorta πήρε την ονομασία της από τα πολλά μοναστήρια Κιστερκιανών μοναχών που υπήρχαν στην περιοχή από τον όγδoo μέχρι τον δωδέκατο αιώνα και τα οποία αναπτύχθηκαν αφού τύγχαναν προνομιακής φορολογικής μεταχείρισης. (French Courts – Γαλλικά Μοναστήρια – Franciacorta)

Η ‘απλή’ Franciacorta λοιπόν έχει ελάχιστη παλαίωση 18 μηνών στις οινολάσπες, ενώ η ροζέ και μια άλλη κατηγορία αντίστοιχη της γαλλικής Blanc de Blancs με την ονομασία Saten πρέπει να παλαιώσει τουλάχιστον 24 μήνες. Η δε χρονολογημένες (vintage-dated) Frianciacorta έχουν παλαίωση 30 μηνών, ενώ η Reserva τουλάχιστον 60 μήνες.

Η τελευταία χώρα που έχει κάνει θαύματα την τελευταία δεκαετία στον χώρο των αφρωδών κρασιών δεν είναι άλλη από την Αγγλία. Το Ηνωμένο Βασίλειο ήταν πάντα παραδοσιακά και η μεγαλύτερη αγορά για τα κρασιά της Καμπανίας και ο συνδυασμός δύο παραγόντων, έφερε την Αγγλία στο προσκήνιο παραγωγής πλέον αφρωδών οίνων και όχι μόνο κατανάλωσης.

Η μικρή διαφορά που παρατηρήθηκε τα τελευταία 50 χρόνια στην αύξηση της παγκόσμιας θερμοκρασίας, έκανε δυνατή την παραγωγή ποιοτικών σταφυλιών ικανά να δώσουν ποιοτικά αφρώδη κρασιά.

Επίσης αξίζει να αναφερθεί πως η περιοχή που παράγονται αυτά τα κρασιά στην Αγγλία βρίσκεται στη Νότια Αγγλία όπου τα εδάφη είναι σε κάποιες περιοχές πανομοιότυπα με αυτά από την περιοχή της Καμπανίας. Αξιοσημείωτο είναι πάντως και το γεγονός πως βλέπουμε πλέον εταιρείες με μεγάλη ιστορία στην παραγωγή κρασιών στην Καμπανία να κάνουν και οι ίδιοι επενδύσεις στη Νότια Αγγλία.

Από αυτές τις περιοχές μέχρι στιγμής έχει αποδειχθεί πως αυτές με την μεγαλύτερη δυναμική είναι οι περιοχές του Kent, Sussex, Surrey & Hampshire με λίγο πιο κάτω να ακολουθούν οι περιοχές του Cornwall, Devon, Dorset & East Anglia.

Σε αυτό το σημείο να αναφέρουμε ενδεικτικά πως η ελάχιστη παλαίωση στην Καμπανία για να μπορεί κάποιος να δώσει το όνομα στο κρασιά του Champagne είναι 15 μήνες. Όλες αυτές οι περιοχές που προαναφέραμε έχουν σαν βάση τους στις πλείστες των περιπτώσεων, τις ίδιες ποικιλίες που συναντούμε και στην Καμπανία (Chardonnay, Pinot Noir & Pinot Meunier), αλλά ταυτόχρονα με τις δικές τους ντόπιες ποικιλίες.

Για πολλά χρόνια συναντούσαμε ανά το παγκόσμιο κρασιά με την ονομασία Champagne που δεν προέρχονταν από την Καμπανία, αλλά και με την βοήθεια της Ευρωπαϊκής Ένωσης η Γαλλία κατάφερε να προστατεύσει το όνομα των κρασιών της περιοχής (και όχι μόνο), αλλά όχι όμως και της διαδικασίας. Έτσι σήμερα μπορεί να μην βλέπουμε ‘Σαμπάνιες’ από άλλες περιοχές αλλά όμως ένα κοινό χαρακτηριστικό που έχουν πλέον όλα αυτά τα κρασιά που έχουμε αναφέρει είναι την ευδιάκριτη ονομασία ‘Παραδοσιακής ή Κλασσικής Μεθόδου’ (Classic Method, Methode Traditionelle) τα οποία φυσικά έχουν έμμεση αναφορά στην μέθοδο οινοποίησης που χρησιμοποιείται στην Καμπανία.

Που όμως θέλουμε να καταλήξουμε με όλα τα πιο πάνω; Η Γαλλία μετά την περίφημη γευσιγνωσία το 1976 με την ονομασία ‘Judgement of Paris’ έχασε τα σκήπτρα στα ερυθρά και λευκά κρασιά και ήταν το έναυσμα για την επανάσταση των κρασιών του Νέου Κόσμου αλλά κρατούσε με νύχια και με δόντια την πρωτοκαθεδρία στα ποιοτικά αφρώδη κρασιά.

Με το μονοπώλιο όμως που είχανε οι Γάλλοι άφησαν (λογικά) τις τιμές των Καμπανίτων να πάνε στα ύψη αφού η ζήτηση πάντοτε ήταν μεγαλύτερη της προσφοράς (ακόμη και μετά την μεγέθυνση της περιοχής της Καμπανίας, κάτι που κατακρίθηκε αρκετά). Αυτό όμως το φαινόμενο είχε και μια παράπλευρη συνέπεια, ότι δηλαδή μπορούσε πλέον ένας παραγωγός εκτός των ορίων της Καμπανίας και της Γαλλίας, εφόσον έχει φτιάξει ένα ποιοτικό προϊόν να το πουλήσει και πιο φτηνά από την Σαμπάνια (όχι με μεγάλη διαφορά) και να έχει μια ικανοποιητική κερδοφορία.

Όλα καλά όμως μέχρι την παγκόσμια οικονομική κρίση του 2008, όπου πλέον οι Σαμπάνιες μπήκαν για τα καλά στην κατηγορία των ‘luxury’ αγαθών. Αυτό, όπως αναλύσαμε ξανά, έδωσε χώρο στο Prosecco να αναπτυχθεί, όμως σιγά-σιγά και με την πάροδο της κρίσης ο καταναλωτής ήθελε να ξαναδώσει άλλη μια ευκαιρία στα ποιοτικά αφρώδη κρασιά, αφού την τελευταία δεκαετία βλέπουμε μια συντονισμένη προσπάθεια να εμπεδωθεί το ‘drink less, but better’ και ‘drink local’.

Με όλα αυτά λοιπόν που συνέβηκαν τα τελευταία χρόνια δεν είναι έκπληξη που ο Αυστριακός καταναλωτής θα δώσει πρώτα την ευκαιρία στα Αυστριακά κρασιά, ο Ιταλός στα Ιταλικά, ο Άγγλος στα δικά του και ου το κάθε εξής.

Φυσικά όμως για να είμαστε και πιο δίκαιοι, αυτός ο ανταγωνισμός που επικρατεί έχει μόνο σαν κερδισμένους εμάς τους καταναλωτές γιατί πλέον και οι Γάλλοι δεν έχουν μείνει με τα χέρια σταυρωμένα. Η ποιότητα των Σαμπανιών σήμερα είναι στα καλύτερα της, οι τιμές έχουν συγκρατηθεί αρκετά και μάλιστα στον κόσμο των συλλεκτών κρασιών αυτή την στιγμή οι Καμπανίτες προσφέρουν την καλύτερη αντιστοιχία στο θέμα ποιότητας/τιμής. Σκεφτείτε πως απλά για μια φιάλη εξαιρετικής ποιότητας μπορεί να χρειαστεί να ξοδέψει κάποιος €100-150 ενώ για κάτι αντίστοιχο από την Βουργουνδία ή το Μπορντώ η τιμή είναι πολλαπλάσια.

Categories: ΑΠΟΨΕΙΣ