Κορωνοϊός – Η Ευρώπη ετοιμάζεται για έναν εξουθενωτικό χειμώνα

Κορωνοϊός – Η Ευρώπη ετοιμάζεται για έναν εξουθενωτικό χειμώνα

 


Economist: Η πανδημία του κορωνοϊού είναι χειρότερη από όσο δείχνουν οι αριθμοί

 

Η φθινοπωρινή ισημερία πέρασε και η Ευρώπη ετοιμάζεται για έναν εξουθενωτικό χειμώνα.

Οι μονάδες εντατικής θεραπείας και τα νοσοκομειακά κρεβάτια γεμίζουν στη Μαδρίτη και τη Μασσαλία – μια πόλη που, πριν από λίγους μήνες, πίστευε ότι είχε εξαλείψει λίγο-πολύ τον κορωνοϊό. Οι κυβερνήσεις εφαρμόζουν νέους περιορισμούς, μερικές φορές – όπως στην Αγγλία – επιστρέφοντας στα μέτρα που είχαν πάρει πριν από λίγους μήνες. Η υπαίθρια ζωή του καλοκαιριού επιστρέφει στους εσωτερικούς χώρους. Η συζήτηση για ένα δεύτερο κύμα κυριαρχεί παντού, επισημαίνει  σε ανάλυσή του ο Economist.

Στην αντίπερα όχθη του Ατλαντικού, οι Ηνωμένες Πολιτείες είδαν τον αριθμό των  νεκρών να σπάει το φράγμα των 200.000. Η Ινδία, που καταγράφει πάνω από μισό εκατομμύριο νέα κρούσματα εβδομαδιαίως εδώ και τέσσερις εβδομάδες, σύντομα θα πάρει τα ηνία από τις ΗΠΑ ως η χώρα με τα περισσότερα κρούσματα παγκοσμίως.

Ο πλανήτης ετοιμάζεται να δει τον εκατομμυριοστό επίσημα καταγεγραμμένο θάνατο από το covid-19 πριν από τις αρχές Οκτωβρίου. Ο απολογισμός αυτός υπερβαίνει κατά πολύ τους 620.000 νεκρούς από ελονοσία, τις 794.000 αυτοκτονίες και τα 954.000 θύματα του Aids/Hiv που κατέγραψε ο Παγκόσμιος Οργανισμός Υγείας (ΠΟΥ) το 2017, το πιο πρόσφατο έτος για το οποίο υπάρχουν διαθέσιμα στοιχεία.

Οι θάνατοι αυτοί αντιπροσωπεύουν λίγο περισσότερο από το 3% των καταγεγραμμένων κρουσμάτων covid-19, που ανέρχονται σε πάνω από 32 εκατομμύρια. Αυτός ο υπολογισμός είναι αρκετά υποτιμημένος σε σχέση με τον πραγματικό αριθμό των ανθρώπων που έχουν μολυνθεί από κορωνοϊό. Πολλοί από τους μολυσμένους δεν αρρωσταίνουν, ενώ αρκετοί δεν πηγαίνουν σε κάποιο σύστημα υγείας, επομένως δεν καταγράφονται.

Οι αβεβαιότητες στις εκτιμήσεις είναι μεγάλες και γίνονται μεγαλύτερες όσο περνάει ο καιρός, αλλά υπολογίζεται ότι κάπου μεταξύ 500 και 730 εκατομμυρίων ανθρώπων παγκοσμίως έχουν μολυνθεί – από 6,4% έως 9,3% του παγκόσμιου πληθυσμού. Ο ΠΟΥ έχει θέσει ένα ανώτατο όριο στο 10% του παγκόσμιου πληθυσμού.

Εάν η διασπορά της ασθένειας είναι πολύ πιο μεγάλη από ό,τι νομίζουμε, είναι αναλογικά λιγότερο θανατηφόρα από ό,τι δείχνουν τα επίσημα στατιστικά στοιχεία, που συγκεντρώνονται κυρίως σε πλούσιες χώρες; Σχεδόν σίγουρα.

Με βάση τα βρετανικά στοιχεία, ο Ντέιβιντ Σπίγκελχάλτερ, ο οποίος μελετά τη δημόσια κατανόηση του κινδύνου στο Πανεπιστήμιο του Cambridge, υπολόγισε ότι ο κίνδυνος θανάτου από covid-19 αυξάνεται κατά περίπου 13% για κάθε έτος ηλικίας, πράγμα που σημαίνει ότι ένας άνθρωπος 65 ετών είναι 100 φορές πιο πιθανό να πεθάνει από ένα άτομο 25 ετών. Και οι 65χρονοι δεν κατανέμονται ομοιόμορφα σε όλο τον κόσμο. Πέρυσι, το 20,5% του πληθυσμού της Ε.Ε. ήταν άνω των 65 ετών, σε αντίθεση με την υποσαχάρια Αφρική, όπου το αντίστοιχο ποσοστό είναι μόλις 3% του πληθυσμού.

Αλλά είναι επίσης πιθανό ότι ο αριθμός των θανάτων, όπως και ο αριθμός των κρουσμάτων, έχει υποεκτιμηθεί αρκετά, επειδή πολλοί άνθρωποι ενδέχεται να έχουν πεθάνει από την ασθένεια χωρίς να έχουν κάνει τεστ που θα πιστοποιούσε ότι ήταν θετικοί στον ιό.

Η υπερβολική δύναμη του πεπρωμένου

Ο Economist συγκέντρωσε τα δεδομένα θνησιμότητας όλων των αιτιών από χώρες που τις καταγράφουν εβδομαδιαία ή μηνιαία, συμπεριλαμβανομένου μεγάλου μέρους της Δυτικής Ευρώπης, χωρών από τη Λατινική Αμερική και αλλού, των Ηνωμένων Πολιτειών, της Ρωσίας και της Νότιας Αφρικής.

Μεταξύ Μαρτίου και Αυγούστου, αυτές οι χώρες κατέγραψαν 580.000 θανάτους από covid-19, αλλά 900.000 επιπλέον θανάτους. Το πραγματικό ποσοστό του μεριδίου τους στην πανδημία φαίνεται να ήταν 55% μεγαλύτερο από το επίσημο.

Αυτή η ανάλυση δείχνει ότι τα επίσημα στοιχεία της Αμερικής υποτιμούν τον αριθμό των θανάτων κατά 30% ή και περισσότερο (τα Κέντρα Ελέγχου και Πρόληψης Νοσημάτων της Αμερικής παρείχαν παρόμοια εκτίμηση). Αυτό σημαίνει ότι ο πραγματικός αριθμός των θανάτων μέχρι σήμερα είναι πιθανώς πολύ πιο κοντά στους 300.000 από τους 200.000 στις ΗΠΑ. Το νούμερο αυτό αντιστοιχεί περίπου περίπου στο 10% των 2,8 εκατομμυρίων Αμερικανών που πεθαίνουν κάθε χρόνο – ή, με άλλα λόγια, ο μισός αριθμός των ανθρώπων που υποκύπτουν στον καρκίνο. Και έχουμε πολύ δρόμο ακόμη μπροστά μας μέχρι να φύγει το 2020.

Προσθέστε σε αυτή την ούτως ή άλλως υπερβολική θνησιμότητα, τους θανάτους που δεν έχουν αναφερθεί σε χώρες, όπου η τήρηση αρχείων δεν είναι αρκετά καλή ώστε να επιτρέψει τέτοιες εκτιμήσεις, και ο πραγματικός αριθμός θανάτων από την πανδημία μπορεί να φτάνει ακόμη και τα 2 εκατομμύρια.

Τι μπορεί, όμως, να γίνει για να επιβραδυνθεί η περαιτέρω αύξηση των θυμάτων;

Η απάντηση στην αρχική ιλιγγιώδη εξάπλωση του ιού ήταν μια χιονοστιβάδα από lockdown. Κοντά στις 10 Απριλίου, τουλάχιστον 3,5 δισεκατομμύρια άνθρωποι διατάχθηκαν να μείνουν στο σπίτι τους είτε από εθνικές κυβερνήσεις είτε από περιφερειακές.

Η ιδέα ήταν να σταματήσει η εξάπλωση της νόσου προτού καταρρεύσουν τα συστήματα υγειονομικής περίθαλψης και σε μεγάλο βαθμό το αποτέλεσμα ήταν επιτυχές. Αλλά από μόνα τους τα lockdown δεν ήταν ποτέ λύση. Μείωσαν σοβαρά την εξάπλωση της νόσου όσο ήταν σε ισχύ, αλλά δεν μπορούσαν να μείνουν σε ισχύ για πάντα.

Το να σταματήσουν οι άνθρωποι να αλληλεπιδρούν μεταξύ τους είναι ο πρώτος από τους τρεις τρόπους μείωσης του ρυθμού αναπαραγωγής R μιας νόσου – ο αριθμός των νέων κρουσμάτων που προκαλούνται από κάθε υπάρχον κρούσμα.

Ο δεύτερος είναι η μείωση της πιθανότητας οι αλληλεπιδράσεις να οδηγήσουν σε λοίμωξη. Απαιτούνται για αυτό κανόνες κοινωνικής απόστασης, μέτρα υγιεινής και εμπόδια  για τη μετάδοση της νόσου, όπως μάσκες προσώπου.

Ο τρίτος τρόπος είναι η μείωση του χρόνου κατά τον οποίο ένα μολυσμένο άτομο μπορεί να αλληλεπιδράσει με άτομα υπό οποιεσδήποτε συνθήκες. Αυτό επιτυγχάνεται με τον εντοπισμό ανθρώπων που μπορεί πρόσφατα να έχουν μολυνθεί και να την απομόνωσή τους σε καθεστώς καραντίνας. Κάτι τέτοιο, βέβαια, απαιτεί γρήγορο και διεξοδικό σύστημα τεστ και ανίχνευσης. Ορισμένες χώρες, συμπεριλαμβανομένου του Καναδά, της Κίνας, της Γερμανίας, της Ιταλίας, της Ιαπωνίας, της Σιγκαπούρης και της Ταϊβάν, έχουν συνδυάσει επιτυχώς μεγάλα προγράμματα τεστ που παρέχουν γρήγορα αποτελέσματα με μια καλά ανεπτυγμένη ικανότητα ανίχνευσης επαφών και αποτελεσματική επακόλουθη δράση. Αλλες χώρες, όμως, δεν είχαν αυτή την ικανότητα.

Το Ισραήλ παρέχει ένα έτοιμο παράδειγμα. Ενα πρώιμο και καλά επιβεβλημένο lockdown είχε το αναμενόμενο αποτέλεσμα μείωσης των νέων μολύνσεων. Ωστόσο, ο χρόνος που εξασφαλίστηκε για την ανάπτυξη ενός συστήματος τεστ και ιχνηλάτησης δεν αξιοποιήθηκε σωστά και η επάνοδος της χώρας στη (νέα) κανονικότητα δεν ήταν η κατάλληλη. Αυτό οφείλεται εν μέρει στο ότι ο μικρός κύκλος ατόμων γύρω από τον πρωθυπουργό Μπέντζαμιν Νετανιάχου, στον οποίο έχει συγκεντρωθεί η εξουσία, δεν περιλαμβάνει κανέναν με σχετική εμπειρία και εξειδίκευση. Το υπουργείο Υγείας είναι αδύναμο και πολιτικοποιημένο.

Τα πράγματα έχουν επιδεινωθεί από το γεγονός ότι οι κοινωνικές αποστάσεις και οι μέθοδοι αναχαίτισης της επιδημίας έχουν συναντήσει αντίσταση από ορισμένα μέρη της κοινωνίας.

Τα στοιχεία της δυσλειτουργίας στο Ισραήλ έχουν παρατηρηθεί και σε πολλές άλλες χώρες.

Η αποτροπή εκδηλώσεων «υπερμετάδοσης» είναι ζωτικής σημασίας για τη διατήρηση του R σε χαμηλά επίπεδα. Οι συγκεντρώσεις και στενές επαφές σε μικρούς χώρους επιτρέπουν στους ανθρώπους να μολυνθούν δεκάδες άλλους κάθε φορά. Τον Μάρτιο σχεδόν 100 άτομα μολύνθηκαν σε ένα συνέδριο βιοτεχνολογίας στη Βοστώνη. Πολλοί από αυτούς διέδωσαν στον ιό: στη συνέχεια, η γενετική ανάλυση κατέληξε στο συμπέρασμα ότι 20.000 κρούσματα θα μπορούσαν να σχετίζονται με αυτό το συνέδριο.

Η ανακοπή της διασποράς από τέτοιες εστίες μετάδοσης εν τη γενέσει της απαιτεί ανίχνευση των επαφών. Το σύστημα της Ταϊβάν καταγράφει 15-20 επαφές για κάθε άτομο με θετικό τεστ.

Στην Αγγλία εντοπίζονται τέσσερις έως πέντε στενές επαφές ανά θετικό τεστ ενώ στη Γαλλία και την Ισπανία μόλις τρεις. Απαιτείται, πρωτίστως, οι άνθρωποι να είναι πρόθυμοι να κάνουν τεστ. Στην Αγγλία μόνο το 10-30% των ατόμων με συμπτώματα ζητούν να εξεταστούν μέσω της Εθνικής Υπηρεσίας Υγείας. Ενας από τους λόγους είναι ότι ένα θετικό τεστ σημαίνει αυτο-απομόνωση. Λίγοι θέλουν να υποστούν τέτοιους περιορισμούς, και λίγοι είναι έτοιμοι να τους τηρήσουν.

Στις αρχές Μαΐου μια έρευνα στην Αγγλία διαπίστωσε ότι μόνο το ένα πέμπτο αυτών που είχαν συμπτώματα covid είχαν απομονωθεί πλήρως, όπως απαιτείται. Η κυβέρνηση επιδιώκει τώρα να τιμωρήσει τέτοιες παραβιάσεις με πρόστιμα έως 10.000 λίρες.

Καθώς μεγάλο μέρος της Ευρώπης συμβιβάζεται με το γεγονός ότι τα αρχικά lockdown δεν έβαλαν τέλος στα προβλήματά της, υπάρχει αυξημένο ενδιαφέρον για τη σουηδική εμπειρία. Σε αντίθεση με την πλειονότητα της Ευρώπης, η Σουηδία δεν «έκλεισε» ποτέ, προτιμώντας να βασιστεί στις κοινωνικές αποστάσεις. Αυτό είχε ως αποτέλεσμα να καταγράψει ένα πολύ υψηλό ποσοστό θανάτου σε σύγκριση με αυτό που παρατηρείται στους σκανδιναβούς γείτονές της – 58,1 θάνατοι ανά 100.000, ενώ ο αντίστοιχος αριθμός στη Δανία είναι 11,1, στη Φινλανδία 6,19 και στη Νορβηγία 4,93. Δεν είναι σαφές ότι αυτό το υψηλό ποσοστό θανάτου εξασφάλισε στη Σουηδία οποιοδήποτε άμεσο οικονομικό πλεονέκτημα. Το ΑΕΠ της μειώθηκε το δεύτερο τρίμηνο του 2020 με τον ίδιο τρόπο που μειώθηκε και σε άλλες χώρες.

Είναι πιθανό ότι με την αποδοχή τόσων θανάτων εκ των προτέρων, η Σουηδία μπορεί να έχει λιγότερους νεκρούς στο μέλλον, για δύο λόγους. Ο ένας είναι το φαινόμενο που είναι γνωστό, με μια μάλλον μακάβρια ορολογία, ως «συγκομιδή». Εκείνοι που πιθανότατα θα υποκύψουν στη νόσο το κάνουν νωρίς, μειώνοντας τον αριθμό των θανάτων που παρατηρούνται αργότερα. Η άλλη πιθανότητα είναι ότι η Σουηδία θα επωφεληθεί από ένα επίπεδο της λεγόμενης ανοσίας της αγέλης: όταν ο αριθμός των πιθανώς ανοσοποιημένων στον πληθυσμό αυξάνεται αρκετά, η εξάπλωση της νόσου επιβραδύνεται επειδή οι συναντήσεις μεταξύ των μολυσμένων και των ευπαθών γίνονται σπάνιες. Η αποφυγή του lockdown μπορεί να έχει βοηθήσει με αυτό.

Από την άλλη πλευρά, ένα από τα πλεονεκτήματα του lockdown ήταν ότι παρείχαν χρόνο όχι μόνο για την ανάπτυξη συστημάτων τεστ και ανίχνευσης, αλλά και στους γιατρούς για να βελτιώσουν τη θεραπεία των ασθενών.

Σε μέρη με καλά συστήματα υγείας, η μόλυνση με covid-19 είναι λιγότερο επικίνδυνη σήμερα από ό, τι πριν από έξι μήνες. Η Διεθνής Κοινοπραξία Σοβαρού Οξέος Αναπνευστικού και Αναδυόμενου Ιού (ISARIC), η οποία ερευνά μολυσματικές ασθένειες, ανέλυσε τα αποτελέσματα για 68.000 ασθενείς που νοσηλεύτηκαν με covid-19. Το ποσοστό επιβίωσής τους αυξήθηκε από 66% τον Μάρτιο σε 84% τον Αύγουστο. Τα μεγαλύτερα κέρδη έχουν γίνει μεταξύ των πιο ηλικιωμένων ασθενών. Τα ποσοστά επιβίωσης μεταξύ Βρετανών 60 ετών και άνω που χρειάζονται εντατική θεραπεία έχουν αυξηθεί από 39% σε 58%.Οσον αφορά τις θεραπείες, δύο ήδη ευρέως διαθέσιμα στεροειδή, η δεξαμεθαζόνη και η υδροκορτιζόνη, αυξάνουν την επιβίωση μειώνοντας τη φλεγμονή. Το Avigan, ένα ιαπωνικό φάρμακο για τη γρίπη, βρέθηκε ότι επιταχύνει την ανάρρωση. Το Remdesivir, ένα φάρμακο που έχει σχεδιαστεί για την καταπολέμηση άλλων ιών, και η ανάρρωση πλάσματος, η οποία παρέχει στους ασθενείς αντισώματα από άτομα που έχουν ήδη νοσήσει, φαίνονται να προσφέρουν ελάχιστα οφέλη.

Πολλοί θεωρούν τα ειδικά προσαρμοσμένα αντισώματα από εταιρείες βιοτεχνολογίας ως ένα καλύτερο στοίχημα. Τα τελευταία χρόνια παρείχαν μια σημαντική βοήθεια στη θεραπεία του Εμπολα. Η αμερικανική κυβέρνηση πλήρωσε 450 εκατομμύρια δολάρια για προμήθειες μιας πολλά υποσχόμενης θεραπείας με δύο αντισώματα που αναπτύχθηκαν από τη Regeneron. Η Regeneron συνεργάζεται τώρα με τη Roche, μια άλλη εταιρεία φαρμάκων, για να αυξήσει την παραγωγή παγκοσμίως. Αλλά τα αντισώματα θα παραμείνουν ακριβά και η ανάγκη χορήγησής τους ενδοφλεβίως περιορίζει τη χρησιμότητά τους.

Στο μεταξύ, τα κρούσματα στην Ευρώπη ανεβαίνουν απότομα σε αυτό που χαρακτηρίζεται ως δεύτερο κύμα, όμως αριθμός των θανάτων δεν ακολουθεί την ίδια πορεία.

Ο κύριος λόγος, που συμβαίνει αυτό είναι απλός. Κατά τη διάρκεια του πρώτου κύματος έγιναν λίγα τεστ και πολλές μολύνσεις δεν έγιναν αντιληπτές. Τώρα γίνονται πολλά τεστ και πολύ περισσότερες μολύνσεις εντοπίζονται εγκαίρως.

Ωστόσο, ο ερχόμενος χειμώνας είναι ανησυχητικός. Η εκθετική διασπορά μπορεί να φέρει αλλαγή γρήγορα όταν το R υπερβαίνει σημαντικά το ένα. Υπάρχουν άφθονες ενδείξεις για αυτό που αποκαλείται «πανδημική κόπωση», η οποία οδηγεί σε απομάκρυνση από τις προηγούμενες αλλαγές συμπεριφοράς και αυξάνει τη δυσαρέσκεια για τα μέτρα δημόσιας υγείας. Η εταιρεία δημοσκοπήσεων YouGov παρακολουθεί την κοινή γνώμη για τέτοια θέματα σε χώρες ανά την υφήλιο. Μεταξύ άλλων, έχει καταγράψει μείωση της πεποίθησης ότι οι άνθρωποι που έχουν έρθει σε επαφή με επιβεβαιωμένο κρούσμα πρέπει να μπαίνουν σε καραντίνα. Στη Δύση, η μείωση αυτή κυμαίνεται από 78% σε 63%. Στην Αμερική έχει μειωθεί στο 55%.

Είναι αλήθεια ότι τα ποσοστά μόλυνσης αυξάνονται σήμερα κυρίως στους νέους. Αλλά οι νέοι δεν ζουν σε «φούσκες». Πρόσφατα στοιχεία από το Bouches-du-Rhône, το γαλλικό τμήμα που περιλαμβάνει τη Μασσαλία, δείχνουν ξεκάθαρα πώς μια αύξηση των κρουσμάτων στους νέους μετατρέπεται, σε λίγες εβδομάδες, σε αύξηση των κρουσμάτων σε όλες τις ηλικίες.

Οσο αυξάνεται ο φόβος αυτών των νέων εξάρσεων, όμως, το ίδιο ισχύει και για την ελπίδα ότι δεν θα επαναληφθούν για πολύ ακόμη. Η Pfizer, η οποία έχει πολλά υποσχόμενα υποψήφια εμβόλια σε στάδιο δοκιμών αποτελεσματικότητας, έχει πει ότι θα επιδιώξει την επανεξέταση των προκαταρκτικών αποτελεσμάτων τον Οκτώβριο. Τρία άλλα υποψήφια εμβόλια, από την AstraZeneca, τη Moderna και την Johnson & Johnson, βρίσκονται στο κατόπι της Pfizer.

Το εμβόλιο της Johnson & Johnson είναι από τις πιο πρόσφατες αφίξεις. Μπήκε σε δοκιμές αποτελεσματικότητας μόλις στις 23 Σεπτεμβρίου. Ομως, ενώ τα άλλα εμβόλια χρειάζονται ενισχυτική δόση ένα μήνα μετά το πρώτο τρύπημα, το εμβόλιο J&J χορηγείται μόνο μία φορά, γεγονός που θα κάνει την δοκιμή πιο γρήγορη. Τα προκαταρκτικά αποτελέσματα μπορεί να βγουν τον Νοέμβριο.

Καμία από τις εταιρείες δεν θα έχει όλα τα δεδομένα των δοκιμών μέχρι το πρώτο τρίμηνο του επόμενου έτους. Αλλά σε καταστάσεις έκτακτης ανάγκης οι ρυθμιστικές αρχές μπορούν να εγκρίνουν τη χρήση ενός εμβολίου βάσει ενδιάμεσης ανάλυσης, εάν πληροί ένα ελάχιστο στάνταρ (στη συγκεκριμένη περίπτωση, προστασία των μισών ατόμων που έχουν εμβολιαστεί).

Η έγκριση για χρήση υπό τέτοιες συνθήκες θα καθιστούσε ακόμη και ένα τέτοιο εμβόλιο πιο αξιόπιστο από εκείνο που ήδη χρησιμοποιείται στην Κίνα και τη Ρωσία, κανένα από τα οποία δεν δοκιμάστηκε καθόλου για την αποτελεσματικότητά του. Ωστόσο, υπήρχαν φόβοι ότι οι ρυθμιστικοί φορείς των ΗΠΑ ενδέχεται, κατά την περίοδο των προεδρικών εκλογών, να θέσουν τα στάνταρ πολύ χαμηλά. Η έγκριση ενός «απλώς ικανοποιητικού» εμβολίου μπορεί να οδηγήσει στην κατάργηση των κοινωνικών αποστάσεων και την αύξηση των κρουσμάτων.

Εναλλακτικά, ένα απόλυτα αξιοπρεπές εμβόλιο εγκεκριμένο με πολιτικά τοξικό τρόπο ενδέχεται να μην χρησιμοποιηθεί τόσο ευρέως όσο θα έπρεπε.

Σε κάθε περίπτωση, ωστόσο, η πρακτική διαθεσιμότητα ενός εμβολίου θα καθυστερήσει κάθε είδους έγκριση. Μακροπρόθεσμα, μπορεί να χρειαστούν δισεκατομμύρια δόσεις. Eνας παγκόσμιος συνασπισμός χωρών, που είναι γνωστός ως Covax, θέλει να διανείμει 2 δισ. εμβόλια έως το τέλος του 2021 – που θα είναι αρκετά μόνο για 1 δισ. άτομα εάν το εν λόγω εμβόλιο, όπως αυτό της Pfizer ή της AstraZeneca, πρέπει να χορηγηθεί δύο φορές. Ο μεγαλύτερος κατασκευαστής εμβολίων στον κόσμο, το Ινστιτούτο Ορού στην Ινδία, προειδοποίησε πρόσφατα ότι δεν θα υπάρχει αρκετή προμήθεια για καθολικό εμβολιασμό έως το 2024 το νωρίτερο.

Ακόμα κι αν όλα πάνε ιδανικά, είναι δύσκολο να δούμε τη διανομή του εμβολίου να επεκτείνεται φέτος πέρα ​​από έναν μικρό αριθμό εργαζομένων της πρώτης γραμμής στον τομέα της υγείας και της φροντίδας. Αλλά όσο νωρίτερα διακινηθούν τα εμβόλια, τόσο το καλύτερο. Ο εμβολιασμός με βραδύτερο ρυθμό που ξεκινά νωρίτερα οδηγεί σε λιγότερες μολύνσεις σε σχέση με μια πολύ πιο φιλόδοξη προσπάθεια που ξεκίνα αργότερα. Ταυτόχρονα οι αυξήσεις στο R – που μπορεί να προκύψουν εάν η κοινωνική αποστασιοποίηση και παρόμοια μέτρα εξαλειφθούν καθώς ξεκινήσει ο εμβολιασμός – κάνει όλα τα σενάρια χειρότερα.

Μέχρι τον επόμενο χειμώνα, η κατάσταση  στις ανεπτυγμένες χώρες θα πρέπει να έχει βελτιωθεί. Τι επίπεδο ανοσίας θα παράσχουν τα εμβόλια και για πόσο χρονικό διάστημα μένει να το δούμε. Αλλά ελάχιστοι είναι εκείνοι που δεν περιμένουν κανένα από αυτά τα εμβόλια να αποδειχθεί αποτελεσματικό.

Η πρόσβαση, ωστόσο, στην ασφάλεια θα είναι άνιση, τόσο εντός των χωρών όσο και μεταξύ τους. Κάποιοι θα δουν τους αγαπημένους τους, που θα μπορούσαν να εμβολιαστούν, να πεθαίνουν επειδή δεν θα κάνουν το εμβόλιο. Η ελαχιστοποίηση αυτών των απωλειών θα απαιτήσει τον ταχύτερο εμβολιασμό περισσότερων ατόμων που έχει γίνει ποτέ. Πρόκειται για μια τεράστια πρόκληση – μια πρόκληση, που κρίνοντας από την φετινή εμπειρία, ορισμένες κυβερνήσεις θα χειριστούν πολύ καλύτερα από άλλες. Πηγή: huffingtonpost.gr/Economist

Categories: Slider, ΕΙΔΗΣΕΙΣ