Πώς μπορούν οι ΗΠΑ να κάνουν… παιχνίδι με το δολάριο

Πώς μπορούν οι ΗΠΑ να κάνουν… παιχνίδι με το δολάριο


Οι πιέσεις για παρέμβαση από το υπουργείο Οικονομικών προκειμένου να υποχωρήσει η ισοτιμία. Ο κρίσιμος ρόλος της FED και τι δείχνουν τα μαθήματα από τις προηγούμενες ανάλογες κινήσεις. Γιατί τα περιθώρια επιτυχίας είναι… πενιχρά.

Το αμερικανικό δολάριο τελεί υπό διαπραγμάτευση σε υψηλά δεκαετιών, σε όρους σταθμισμένης με βάση το εμπόριο ισοτιμίας, και ο Ντόναλντ Τραμπ δεν είναι χαρούμενος με αυτό. Η αυξανόμενα θορυβώδης ρητορική του, κατηγορώντας άλλες χώρες ότι χειραγωγούν τα νομίσματά τους ώστε να μειωθούν οι ισοτιμίες και να τονωθούν οι εξαγωγές, μπορεί να σημαίνει ότι το υπουργείο Οικονομικών των ΗΠΑ παρεμβαίνει στις αγορές συναλλάγματος (FX) για πρώτη φορά εδώ και χρόνια.

Μετά το 1995, οι ΗΠΑ παρενέβησαν τρεις φορές, αλλά σε κάθε περίπτωση έδρασαν σε συνεργασία με άλλες κεντρικές τράπεζες για να εξομαλύνουν εκτεταμένες συναλλαγματικές διακυμάνσεις.

Μπορούν οι ΗΠΑ να παρέμβουν μόνες τους;

Η σύντομη απάντηση είναι «ναι». Η πολιτική των ΗΠΑ σε ότι αφορά το νόμισμα έχει κινηθεί μεταξύ περιόδων μεγάλων και συχνών παρεμβάσεων και άκακης αμέλειας υπό διαφορετικές ηγεσίες. Σε κάποιες περιπτώσεις, η άποψη για τις συναλλαγματικές ισοτιμίες άλλαζε σημαντικά κάτω από την ίδια διοίκηση, μετακινούμενη από το να θεωρεί ότι το ισχυρό δολάριο είναι απειλή στο να το κάνει επίσημη πολιτική, όπως στις δυο θητείες του Bill Clinton στον Λευκό Οίκο.

«Αυτό που είναι αξιοσημείωτο σε αυτές τις τάσεις είναι το πόσο απότομα [οι πολιτικές] άλλαξαν κατά διαστήματα», δήλωσε ο Robin Winkler στρατηγικός αναλυτής στην Deutsche Bank.

Μετά την κατάρρευση, το 1973, του συστήματος ισοτιμιών του Bretton Woods -στο οποίο τα νομίσματα 44 κρατών ήταν συνδεδεμένα με την αξία του δολαρίου και αυτό με τη σειρά του με αυτή του χρυσού- μεγάλες κεντρικές τράπεζες συχνά παρέμβαιναν για να επηρεάσουν τις ισοτιμίες τους. Στις ΗΠΑ ο πρόεδρος Ρίτσαρντ Νίξον ήλπιζε ότι το τέλος του συστήματος θα σταθεροποιούσε την αξία του δολαρίου, αλλά αυτό δεν έγινε, αναγκάζοντας το υπουργείο Οικονομικών να παρεμβαίνει συχνά αγοράζοντας δολάρια.

Η κυβέρνηση του Τζίμι Κάρτερ επίσης ενεργοποίησε σημαντικούς πόρους για να στηρίξει το δολάριο το 1978 πριν οι παρεμβατικές πολιτικές υποχωρήσουν, για λίγο, την περίοδο του Ρόναλντ Ρήγκαν.

Το δολάριο ανατιμήθηκε πάνω από 50% υπό τον Ρήγκαν, με άνοδο 90% έναντι του γερμανικού μάρκου σε πέντε χρόνια μέχρι το 1985. Αυτό οδήγησε σε αλλαγή στάσης κατά την δεύτερη θητεία του, η οποία εν τέλει οδήγησε στην συμφωνία της Plaza, το 1985, με βάση την οποία οι μεγάλες κεντρικές τράπεζες συνεργάστηκαν για να αποδυναμώσουν το αμερικανικό νόμισμα.

Πριν την βουτιά των χρηματιστηριακών αγορών τον Οκτώβριο του 1987, το δολάριο κέρδισε έδαφος ξανά παρά τις μεγάλες παρεμβάσεις από τις ΗΠΑ. Στα τέλη του 1988 το νόμισμα ανατιμήθηκε ξανά ραγδαία, ειδικά έναντι του ιαπωνικού γεν, καθώς η FED ανέβαζε τα επιτόκια δανεισμού. Αυτό οδήγησε σε αμερικανική παρέμβαση πρωτοφανούς κλίμακας το πρώτο μισό του 1989, η οποία προκάλεσε συγκρούσεις μεταξύ του υπουργείου Οικονομικών και της επιτροπής της FED που καθορίζει τα επιτόκια.

Από το σημείο αυτό και μετά το υπουργείο Οικονομικών «εν πολλοίς εγκατέλειψε τις παρεμβάσεις, αναγνωρίζοντας ότι δεν πέτυχαν το επιθυμητό αντίκτυπο», είπε ο κος Winkler.

Πώς θα μπορούσε να δουλέψει σήμερα η παρέμβαση;

Από το 1934 το αμερικανικό υπουργείο Οικονομικών έχει την ευθύνη για την διαχείριση των ισοτιμιών μέσω του επίσημου «οχήματος» για παρεμβάσεις στα νομίσματα, του Exchange Stabilisation Fund. Η FED Νέας Υόρκης δρα ως επίσημος ατζέντης του ΥΠΟΙΚ κατά τη διάρκεια των παρεμβάσεων αλλά η κεντρική τράπεζα διαθέτει επιπλέον δύναμη πυρός για να επηρεάσει τις τιμές.

Ιστορικά, το υπουργείο Οικονομικών και η FED δρούσαν παράλληλα, επωμιζόμενες τα ποσά παρέμβασης ισομερώς, ακόμα και όταν η κεντρική τράπεζα είχε επιφυλάξεις για τους σκοπούς του ΥΠΟΙΚ. Αν η FED συμφωνήσει τώρα να συμμετέχει, η δύναμη πυρός της διοίκησης για αγορές άλλων νομισμάτων θα έφτανε τα 200 δισ. δολάρια.

Η πρόσφατη στροφή της FED έκανε ευκολότερο για τον Ντόναλντ Τραμπ το να πιέσει για παρέμβαση, καθώς το αναμενόμενο μονοπάτι μείωσης επιτοκίων ευθυγραμμίζεται με την επιθυμία της κυβέρνησης για πιο αδύναμο δολάριο. Οι «ευαισθησίες» αναφορικά με την προστασία της ανεξαρτησίας της κεντρικής τράπεζας θα είναι πιο δύσκολο να υπερκεραστούν και η FED θα μπορούσε να αντισταθεί στις εκκλήσεις να κινητοποιήσει τη δική της «δύναμη πυρός» για να βοηθήσει. Αν το ΥΠΟΙΚ αποφασίσει να δράσει μόνο του, η κίνηση θα μπορούσε να δημιουργήσει τον κίνδυνο αυτού που η Deutsche Bank αποκαλεί «θεσμική κρίση».

«Η ερμηνεία μας είναι ότι η FED πιθανότατα θα συμμορφωθεί και θα κινηθεί μαζί με το υπουργείο Οικονομικών ακόμα και αν δεν συμφωνεί», υποστήριξε ο Michael Cahill στρατηγικός αναλυτής ισοτιμιών στην Goldman Sachs.

Έχουν ευρύτερη στήριξη οι ΗΠΑ;

Όχι και χωρίς αυτή τα αποτελέσματα μιας παρέμβασης θα είναι στην καλύτερη περίπτωση μικτά. Ενώ οι κεντρικές τράπεζες έχουν συνεργαστεί στο παρελθόν προκειμένου να προσπαθήσουν να σταθεροποιήσουν νομίσματα -όπως μετά τον μεγάλο σεισμό στην Ιαπωνία το 2011- υπάρχουν λίγα στοιχεία ότι εταίροι όπως η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα και η Τράπεζα της Ιαπωνίας θα στήριζαν τις προσπάθειες του υπουργείου Οικονομικών.

Οι οικονομολόγοι της Citigroup τονίζουν ότι την εποχή της συμφωνίας της Plaza κάθε μέλος των G5 ανησυχούσε για την ισχύ του δολαρίου. Σήμερα όμως, μόνο οι ΗΠΑ διαμαρτύρονται. «Είναι μια μονόπλευρη Plaza στην καλύτερη περίπτωση», υποστηρίζει η Citi.

Τα παραπάνω αυξάνουν την προοπτική ανταγωνιστικών υποτιμήσεων στην λογική «οφθαλμός αντί οφθαλμού». Μια μονομερής κίνηση των ΗΠΑ «θα μπορούσε να βλάψει σοβαρά το διεθνές νομισματικό σύστημα», υποστήριξε ο Mark Sobel, πρώην αξιωματούχος του υπουργείου Οικονομικών και πρόεδρος του think-tank OMFIF.

Μια τέτοια κίνηση θα κάνει δύσκολο για την κυβέρνηση Τραμπ να ονοματίζει άλλες χώρες ως «χειραγωγούς». Ο κος Cahill σημειώνει ότι οι ΗΠΑ θα βρουν δυσκολίες στο να αντιδράσουν αν η Κίνα αποδυναμώσει επιθετικά το γουάν, για παράδειγμα.

Οποιαδήποτε μορφή και αν πάρει η παρέμβαση στο δολάριο, αυτή μπορεί να μην είναι αρκετή να αντισταθμίσει άλλους παράγοντες που το οδηγούν υψηλότερα. Η αμερικανική οικονομία, για παράδειγμα, συνεχίζει να υπεραποδίδει. Σε αυτή τη βάση, ο στρατηγικός αναλυτής της Nomura Craig Chan υποστηρίζει ότι το δολάριο θα συνεχίζει να κερδίζει το δεύτερο εξάμηνο, ακόμα και αν μια παρέμβαση προκαλέσει «βραχυπρόθεσμη μεταβλητότητα και πιθανά μια βίαια πτώση».

© The Financial Times Limited 2019. All rights reserved.
FT and Financial Times are trademarks of the Financial Times Ltd.
Not to be redistributed, copied or modified in any way.
Euro2day.gr is solely responsible for providing this translation and the Financial Times Limited does not accept any liability for the accuracy or quality of the translation