Προς μια νέα πολιτική προσέλκυσης επενδύσεων

Προς μια νέα πολιτική προσέλκυσης επενδύσεων

 


Του Σωφρόνη Κληρίδη, Καθηγητής Οικονομικών Πανεπιστήμιο Κύπρου

 

 

Το Κυπριακό Επενδυτικό Πρόγραμμα (ΚΕΠ) φαίνεται να έχει ολοκληρώσει τον κύκλο του. Η αντίστροφη μέτρηση είχε ήδη αρχίσει από τον περσινό Φεβρουάριο όταν η κυβέρνηση αναγκάστηκε να υιοθετήσει αυστηρότερους ελέγχους μετά τα αρνητικά δημοσιεύματα στον διεθνή τύπο και τις πιέσεις των Ευρωπαίων εταίρων μας. Ακολούθησαν οι αποκαλύψεις για τα διαβατήρια που δόθηκαν σε πολιτικά εκτεθειμένα πρόσωπα από την Καμπότζη και στον Μαλαισιανό καταζητούμενο, οι οποίες επέφεραν νέα πλήγματα στην ήδη προβληματική διεθνή εικόνα της Κύπρου. Η αρνητική δημοσιότητα σε συνδυασμό με τους αυστηρότερους ελέγχους οδηγούν το πρόγραμμα σε δραστική συρρίκνωση. Η κυβέρνηση φαίνεται να βρίσκεται σε στάση αναμονής, και δεν έχει δώσει ενδείξεις για το τι σκοπεύει να κάνει.

Εδώ που έχουν φτάσει τα πράγματα, το καλύτερο θα ήταν να γυρίσουμε σελίδα και να ξεκινήσουμε από την αρχή με μια καινούρια πολιτική προσέλκυσης επενδύσεων. Σίγουρα το ΚΕΠ συνέβαλε στη γρήγορη ανάκαμψη της Κυπριακής οικονομίας αμέσως μετά την κρίση, όμως τα τελευταία χρόνια προκαλεί πολύ μεγαλύτερη ζημιά από το όποιο όφελος. Η καταστροφή του 2013 οφειλόταν σε σημαντικό βαθμό στην αρνητική εικόνα που είχε η Κύπρος διεθνώς. Αντιληφθήκαμε τότε ότι έπρεπε να καθαρίσουμε τη ρετσινιά του ξεπλύματος και να βελτιώσουμε την εικόνα της χώρας μας. Κάναμε πολλά προς αυτή την κατεύθυνση, όμως ότι πετύχαμε ουσιαστικά αναιρέθηκε λόγω του ΚΕΠ. Η Κύπρος είναι πλέον γνωστή ως η χώρα που πουλά διαβατήρια σε όποιον είναι διατεθειμένος να πληρώσει.

Αυτή ήταν δυστυχώς η φυσιολογική κατάληξη ενός σχεδιασμού που έπασχε από την αρχή. Πρέπει να είμαστε ειλικρινείς. Το ΚΕΠ μόνο κατ’ ευφημισμό ήταν επενδυτικό πρόγραμμα. Ήταν ένα σχέδιο-κράχτης για ανθρώπους που ήθελαν να αποκτήσουν στα γρήγορα ένα Ευρωπαϊκό διαβατήριο, και ήταν διατεθειμένοι να πληρώσουν αδρά για αυτό. Ένα σχέδιο που δεν θα προσέλκυε επενδυτές αλλά αγοραστές διαβατηρίων. Ως πρόγραμμα πώλησης διαβατηρίων το αντιμετώπισαν άλλωστε και οι ίδιοι οι Κύπριοι επιχειρηματίες, οι οποίοι αντί να διαφημίζουν τα έργα τους διαφήμιζαν στα αεροδρόμια, στις διεθνείς εκθέσεις και στις ιστοσελίδες τους το Κυπριακό διαβατήριο.

Η πώληση διαβατηρίων ήταν ιδιαίτερα προσοδοφόρα για τους επιχειρηματίες ανάπτυξης γης και για πολλούς δικηγόρους, λογιστές, και άλλους διαμεσολαβητές. Όλοι αυτοί είχαν πολλά να κερδίσουν από την πώληση ενός διαβατηρίου. Και τίποτα να χάσουν αν ο πελάτης τους αποδεικνυόταν προβληματική περίπτωση. Οι επαγγελματίες είχαν κάθε κίνητρο να οργώνουν την υφήλιο για να βρίσκουν πελάτες, χωρίς να ενδιαφέρονται ιδιαίτερα για το ποιόν τους και την προέλευση των χρημάτων τους. Και αυτό έκαναν.

Αυτό άφησε στις τράπεζες και μερικούς λειτουργούς του Υπουργείου Εσωτερικών τον άχαρο ρόλο του φύλακα του συστήματος. Ήταν ένα σύστημα με εντελώς λανθασμένα κίνητρα. Οι επαγγελματίες που είχαν πολλά να κερδίσουν από την πώληση διαβατηρίων δεν είχαν καμιά υποχρέωση να ελέγξουν τους πελάτες τους και καμία επίπτωση αν έφερναν προβληματικές περιπτώσεις. Οι τράπεζες και οι δημόσιοι λειτουργοί, χωρίς να έχουν ιδιαίτερο όφελος από το σχέδιο, φορτώθηκαν τον μπελά των ελέγχων και των πιέσεων από τους επαγγελματίες με τις ισχυρές πολιτικές πλάτες που προωθούσαν τους πελάτες τους. Αν όλα πάνε καλά, κερδίζουν οι επαγγελματίες. Αν κάτι πάει λάθος, φταίει ο ανεπαρκής έλεγχος της τράπεζας και του Υπουργείου. Έστω και αργά, ο Σύνδεσμος Εγκεκριμένων Λογιστών Κύπρου αναγνώρισε με εγκύκλιό του που κυκλοφόρησε πριν λίγες μέρες τους κινδύνους που συνδέονται με τους αγοραστές διαβατηρίων και προέτρεψε τα μέλη του να είναι προσεκτικοί.

Δυστυχώς δεν δίνονται στη δημοσιότητα πολλά στοιχεία για τις πολιτογραφήσεις που έχουν γίνει με βάση το πρόγραμμα, όμως είναι φανερό ότι ελάχιστες παραγωγικές επενδύσεις έχει προσελκύσει. Αν υπήρχαν περισσότερες, είναι βέβαιο ότι θα ακούγαμε για αυτές από την κυβέρνηση και τους υποστηρικτές του σχεδίου. Το ΚΕΠ έφερε στην Κύπρο πολύ ξένο χρήμα, όμως δεν έφερε τις ξένες επενδύσεις που χρειαζόμαστε. Πρέπει να κλείσουμε αυτό το κεφάλαιο και να ξεκινήσουμε μια νέα προσπάθεια προσέλκυσης επενδύσεων που θα διευρύνουν τις παραγωγικές δυνατότητες της χώρας, θα δημιουργήσουν ποιοτικές θέσεις εργασίας, και θα έχουν οφέλη για τις ευρύτερες μάζες της κοινωνίας.

Το άρθρο είχε δημοσιευθεί στο τελευταίο τεύχος του περιοδικού Ευρωκέρδος.

Categories: ΑΠΟΨΕΙΣ