Σχέδιο Εστία: Ανασκόπηση και πρώτα συμπεράσματα

Σχέδιο Εστία: Ανασκόπηση και πρώτα συμπεράσματα

 


Του Μιχάλη Κρονίδη, Διευθυντή στο Σύνδεσμο τραπεζών

Το Σχέδιο Εστία βαίνει αισίως προς ολοκλήρωση αφού μετά την εξέταση των αιτήσεων που υποβλήθηκαν βρισκόμαστε στο στάδιο της αναδιάρθρωσης των πιστωτικών διευκολύνσεων για εκείνες τις περιπτώσεις που έχουν κριθεί ως επιλέξιμες και βιώσιμες. Υπενθυμίζω ότι η υποβολή αιτήσεων προς τις τράπεζες για ένταξη στο Σχέδιο Εστία ξεκίνησε στις 2 Σεπτεμβρίου 2019 και ολοκληρώθηκε στις 31 Δεκεμβρίου 2019 (αρχικό χρονοδιάγραμμα 15 Νοεμβρίου 2019). Επειδή ένας μεγάλος αριθμός αιτήσεων που υποβλήθηκαν δεν ήταν συμπληρωμένες ή/και δεν συνοδεύονταν από τα απαραίτητα δικαιολογητικά/παραστατικά, δόθηκε τρεις φορές παράταση ώστε οι αιτητές να προβούν στις αναγκαίες διευθετήσεις (31 Μαρτίου 2020, 30 Ιουνίου 2020 και 31 Ιουλίου 2020). Δια μέσου του Σχεδίου Εστία δίδεται η ευκαιρία σε όσους δανειολήπτες αντιμετωπίζουν οικονομικές δυσκολίες να διευθετήσουν τις υποχρεώσεις τους, να διατηρήσουν την κύρια κατοικία τους και να αναστείλουν τις όποιες εν εξελίξει νομικές διαδικασίες εναντίον τους. Επίσης, η υλοποίηση του Σχεδίου Εστία αναμένεται να ωφελήσει και τα πιστωτικά ιδρύματα, αφού θα αναδιαρθρώσουν μέρος του χαρτοφυλακίου των μη-εξυπηρετούμενων δανείων με υποθήκη την κύρια κατοικία, αλλά και την κυπριακή οικονομία γενικότερα δια μέσου της βελτίωσης του αξιόχρεου και της πιστοληπτικής διαβάθμισης.

Τώρα που βρισκόμαστε κοντά στην ολοκλήρωση του Σχεδίου Εστία μπορούμε να εξάγουμε κάποια προκαταρτικά συμπεράσματα. Η αρχική εκτίμηση για το αριθμό των δυνητικά επιλέξιμων δανειοληπτών βασίστηκε σε στοιχεία που είχαν στη διάθεση τους τα πιστωτικά ιδρύματα και αφορούσαν δυο από τα πολλά κριτήρια επιλεξιμότητας, και πιο συγκεκριμένα την ταξινόμηση της πιστωτικής διευκόλυνσης ως μη-εξυπηρετούμενο δάνειο και την αγοραία αξία της κύριας κατοικίας. Τα υπόλοιπα κριτήρια, όπως το οικογενειακό εισόδημα και τα περιουσιακά στοιχεία, δεν ήταν γνωστά και επομένως δεν λήφθηκαν υπόψη κατά την αρχική εκτίμηση. Επειδή αναφέρθηκαν διάφορες εκτιμήσεις αναφορικά με τον αριθμό των δυνητικά επιλέξιμων δανειοληπτών, ας θεωρήσουμε ότι ο αριθμός αυτός κυμαίνεται στις 8.000. Από τις περίπου 6.500 αιτήσεις που υποβλήθηκαν προς τα πιστωτικά ιδρύματα, μόνο το 50% ήταν πλήρως συμπληρωμένες και συνοδεύονταν από τα απαραίτητα δικαιολογητικά/παραστατικά Παρά το γεγονός ότι το Υπουργείο Οικονομικών έδωσε τρεις φορές παράταση, το υπόλοιπο 50% παρέμειναν ασυμπλήρωτες. Από τις πλήρως συμπληρωμένες αιτήσεις που υποβλήθηκαν μόνο το 50% κρίθηκαν ως επιλέξιμες.Αυτό καταδεικνύει δυο πράγματα. Πρώτον, ότι ένας αριθμός πέραν των 6.000 δικαιούχων δανειοληπτών με μη-εξυπηρετούμενο δάνειο/α κατά την 30η Σεπτεμβρίου 2017 και με υποθήκη την κύρια κατοικία αξίας μέχρι €350.000, δεν ενδιαφέρθηκαν και επέλεξαν να μην υποβάλουν αίτηση για ένταξη στο Σχέδιο Εστία. Δεύτερο, ότι ένας μεγάλος αριθμός δανειοληπτών που επέδειξε ενδιαφέρον και υπέβαλε αίτηση τελικά απορρίφθηκε ως μη επιλέξιμος, είτε γιατί τα εισοδήματα ή/και περιουσιακά του στοιχεία υπερβαίνουν τα μέγιστα ποσά που καθορίζει το Σχέδιο είτε γιατί επέδειξε διστακτικότητα να δηλώσει τα περιουσιακά στοιχεία (κινητά και ακίνητα) που διαθέτει στην Κύπρο και στο εξωτερικό είτε γιατί αρνήθηκε να υπογράψει το Έντυπο Εξουσιοδότησης προς το Υπουργείο Εργασίας, Πρόνοιας και Κοινωνικών Ασφαλίσεων για να προβεί σε έλεγχο των καταθέσεων του στα πιστωτικά ιδρύματα.

Από τις 6.500 και πλέον χιλιάδες αιτήσεις που υποβλήθηκαν μέχρις τις 31 Δεκεμβρίου 2019 μόνο το 50% επέδειξε ενδιαφέρον να συμπληρώσει πλήρως την αίτηση και να προσκομίσει όλα τα δικαιολογητικά/παραστατικά έγγραφα. Αυτό επίσης καταδεικνύει δυο πράγματα. Πρώτον, ότι πολλοί δανειολήπτες με μη-εξυπηρετούμενα δάνεια απλώς υπέβαλαν αίτηση για να εκμεταλλευτούν την πρόνοια του Σχεδίου που προβλέπει ότι ενόσω εξετάζεται η αίτηση για ένταξη στο Σχέδιο Εστία αναστέλλονται οποιαδήποτε νομικά μέτρα εναντίον του αιτητή. Δεύτερο, ότι παρά τις γενναιόδωρες πρόνοιες που προσφέρει το Σχέδιο Εστία, κάποιοι συνειδητά επιλέγουν να εκμεταλλεύονται το σύστημα, να αποφεύγουν να εκπληρώνουν τις υποχρεώσεις τους, να μην προβαίνουν σε κάποιου είδους διευθέτηση και να μην  αναδιαρθρώνουν τα μη-εξυπηρετούμενα δάνεια τους.

Ένα τρίτο συμπέρασμα σχετίζεται με το υψηλό επίπεδο του ιδιωτικού χρέους. Παρά το γεγονός ότι η διαδικασία αναδιάρθρωσης των πιστωτικών διευκολύνσεων βρίσκεται σε εξέλιξη, οι πρώτες ενδείξεις καταδεικνύουν ότι μόνο το 50% των επιλέξιμων αιτητών θα κριθούν βιώσιμοι, δηλαδή ότι έχουν την δυνατότητα να αποπληρώσουν το δάνειο/α τους  με βάσει τα εισοδήματα τους. Το γεγονός ότι τα νοικοκυριά και οι επιχειρήσεις είναι υπερχρεωμένα, πέραν του θέματος της αποπληρωμής των μη-εξυπηρετούμενων δανείων, επιφέρει και σημαντικές επιπτώσεις στην προοπτική ανάπτυξης της οικονομίας. Το μεγάλο ιδιωτικό χρέος δυσχεραίνει τη χορήγηση (προσφορά) νέων δανείων αφού περιορίζει τη δυνατότητα τραπεζικών χορηγήσεων σε παραγωγικούς τομείς της οικονομίας, κυρίως για σκοπούς επενδύσεων. Επιπλέον, επηρεάζει και τη ζήτηση νέων δανείων αφού τα νοικοκυριά και οι επιχειρήσεις είναι απρόθυμοι και διστακτικοί να λάβουν νέα δάνεια, πρωτίστως διότι προτεραιότητα τους είναι η διαχείριση  και διευθέτηση των υφιστάμενων χρεών και υποχρεώσεων τους.Θεωρώ ότι όλα τα πιο πάνω προκαταρτικά συμπεράσματα θα πρέπει να ληφθούν υπόψη κατά τη διαμόρφωση και λήψη μελλοντικών αποφάσεων οικονομικής πολιτικής, είτε αυτή αφορά τη στήριξη ευάλωτων ομάδων του πληθυσμού και την προστασία της κύριας κατοικίας, είτε αφορά την εφαρμογή πολιτικών για ενίσχυση των επιχειρήσεων. Βραχυπρόθεσμα μέτρα, όπως είναι αυτό της προσωρινής αναστολής των εκποιήσεων, δεν θα επιλύσουν τα βασικά και θεμελιώδη προβλήματα της οικονομίας αλλά απλώς θα τα μετακυλήσουν προσωρινά. Χρειάζεται προσοχή, κατανόηση και συνεννόηση όλων των εμπλεκομένων (κράτος, επιχειρήσεις, νοικοκυριά, τράπεζες) αλλά και ένας ουσιαστικός μεσοπρόθεσμος σχεδιασμός ούτως ώστε να αντιμετωπισθούν όλες οι προκλήσεις με τις λιγότερες επιπτώσεις σε όλα τα μέρη, δηλαδή των κυπριακή οικονομία, τον ιδιωτικό τομέα και το χρηματοπιστωτικό σύστημα.

Categories: ΑΠΟΨΕΙΣ