Το παράδοξο

Το παράδοξο


Ο μόνος δρόμος μετεξέλιξης της ευρωπαϊκής ένωσης είναι να πατήσει όντως σε κοινά πολιτισμικά γνωρίσματα των εθνών της ευρωπαϊκής ηπείρου.

Αντιδράσεις εκδηλώνονται για το περιεχόμενο του χαρτοφυλακίου που θα αναλάβει ο Μ. Σχοινάς στην Κομισιόν (προστασία του ευρωπαϊκού τρόπου ζωής, με αντικείμενο την μετανάστευση).

Φωνές από τους οικολόγους και τους σοσιαλδημοκράτες καταγγέλλουν ότι η προσέγγιση του τίτλου (και συνεπώς, του αντικειμένου ευθύνης) δεν συνάδει με τις αρχές της “ανοιχτής κοινωνίας” πάνω στις οποίες θέλουν να εμβαθύνει η Ε.Ε.

Ποιό είναι, τώρα, το παράδοξο. Ο μόνος δρόμος μετεξέλιξης της ευρωπαϊκής ένωσης από μια ψυχρή-γραφειοκρατική οικονομοκρατία σε μια πραγματική κοινότητα της Ευρώπης (άρα εμβάθυνσής της) είναι να πατήσει όντως σε κοινά πολιτισμικά γνωρίσματα των εθνών της ευρωπαϊκής ηπείρου.

Υπάρχουν αυτά; Κι όμως, υπάρχουν. Τρία είναι τα θεμέλια του ευρωπαϊκού πολιτισμού: Ο αρχαιοελληνικός Λόγος και Ανθρωπισμός – Η ρωμαϊκή κρατική παράδοση – ο Χριστιανισμός. Ακόμα και αυτός ο Διαφωτισμός, θα στηριχτεί σε μια ”σύνθεση” αυτών των τριών στοιχείων (και αν αμφιβάλει κανείς για την πολιτιστική συμβολή του χριστιανισμού στην ανάδυση της ευρωπαϊκής νεωτερικότητας, ας αναρωτηθεί για την καταγωγή ορισμένων αξιών της τελευταίας, όπως είναι η οικουμενικότητα ή ο ανθρωπισμός).

Φυσικά, υπάρχουν πλείστες όσες “μεταφράσεις” και συνθέσεις αυτών των τριών στοιχείων, αρκετά αποκλίνουσες που συγκρούστηκαν ιστορικά πολύ έντονα μεταξύ τους στο πεδίο της πολιτικής (Ας πούμε, η ελληνική Δύση αντιλαμβάνεται με διαφορετικό τρόπο τον Χριστιανισμό σε σχέση με την Ρωμαϊκή Δύση). Την ίδια στιγμή όμως, μια μορφή ενότητας επιβεβαιώνεται στο πολιτιστικό πεδίο: Ποιός λογουχάρη θα αρνούνταν ότι ο Ντοστογιέφσκι ανήκει στην μεγάλη ευρωπαϊκή λογοτεχνική παράδοση;

Ο τρόπος με τον οποίον νοούν την “ανοιχτή κοινωνία” σήμερα διάφορες πολιτικές δυνάμεις της Ευρώπης, βασίζεται σε έναν πολιτιστικό σχετικισμό (μηδενισμό) που καλεί τις κοινωνίες να εγκαταλείψουν ακόμα και την ιδέα μιας κοινής πολιτιστικής αναφοράς (αν θα θέλαμε να την ορίσουμε περιγραφικά αυτήν, θα επικαλούμασταν τον Αριστοτέλη και την “κοινή ιδέα περί αγαθού”του). Αυτός ο μηδενισμός εκφράζεται με το σύνθημα της “πολυπολιτισμικότητας”.

Το όραμα αυτό, όμως, στην πράξη του είναι εντελώς κατακερματιστικό, όχι μόνο δεν συγκροτεί “ευρωπαϊκή κοινότητα”, αλλά θρυμματίζει και τις ίδιες τις επί μέρους ευρωπαϊκές κοινωνίες.

Γιατί ακριβώς αρνείται την ”κοινή ιδέα περί αγαθού”, την πολιτιστική τους ταυτότητα, δηλαδή, με συνέπεια η κοινωνία να διαιρείται σε επί μέρους κοινότητες που ερίζουν για το περιεχόμενο αυτού του αγαθού. Παράδειγμα, το ευρωπαϊκό ριζοσπαστικό Ισλάμ διεκδικεί την εγκαθίδρυση μιας παράλληλης θρησκευτικής κοινωνίας μέσα στην Ευρώπη, εκφράζοντας μια δυσανεξία ως προς την εκκοσμίκευσή της. Ωστόσο, ο πολιτιστικός σχετικισμός δεν παράγει μόνο εντάσεις σε σχέση με τον «άλλον», αλλά μεταβάλει ακόμα και τον οικείο σε «ξένο» μέσα από την ″πολιτική των ταυτοτήτων” που εκθειάζει την απόλυτη ετερότητα σε βάρος οποιασδήποτε ”κοινωνίας αξιών”. Το αποτέλεσμα είναι να οδηγούμαστε σε αυτό που ο Χανς Μάγκνους Εζενσμπέργκερ είχε προφητικά αναλύσει το 1992 ως «εμφύλιο χαμηλής έντασης» (που ενίοτε κλιμακώνεται σε ανοιχτές συγκρούσεις, ακόμα και διαπολιτισμικές).

Το παράδοξο έγκειται λοιπόν στο ότι μια ιδεολογία που αυτοδιαφημίζεται ως «εκείνη που θα ενώσει τον κόσμο» στην πραγματικότητα τον κομματιάζει. Κι αυτό που καταδικάζεται στο πυρ το εξώτερο ως «αποτρόπαιος ευρωκεντρισμός», είναι το μόνο στοιχείο εκείνο που, υπό πάρα πολλές προϋποθέσεις πολιτικές, και με την κατάλληλη ανάγνωση, θα έθετε τις βάσεις για μια πραγματική εμβάθυνση της συνοχής στην Ευρώπη.

Όσο για την “ανοιχτή κοινωνία” αυτή δεν έχει να κάνει με την απόρριψη ή την αποδοχή του ευρωπαϊκού πολιτισμού (στο κάτω κάτω ως έννοια αποτελεί δικό του τέκνο, και μόνο στο πλαίσιο ενός οιδιπόδειου συμπλέγματος μπορούμε να ερμηνεύσουμε την αποδόμηση στην οποία τον υποβάλλει), αλλά με τον τρόπο ανάγνωσης αυτών των κοινών πολιτιστικών στοιχείων. Θα παραμείνει «κλειστή» η Ευρώπη στην δυτικοευρωπαϊκή της ανάγνωση, ή θα γίνει ”ανοιχτή” αναγνωρίζοντας τον «οικείο άλλο», την ανατολικοευρωπαϊκή συνιστώσα, την βαλκανική, την ελληνική μαζί με το παρελθόν της, ώστε να ολοκληρωθεί σε μια ενιαία κοινότητα;

Του Δρ. Γιώργου Ρακκά, huffingtonpost.gr

Categories: ΑΠΟΨΕΙΣ